Προηγούμενο

Χόλυγουντ


Γράφει ο ERIC PINCAS

Mε το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο αριθμός των θεατών στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ έχει καταρρίψει κάθε ρεκόρ – μέχρι 82 εκατομμύρια θεατές την εβδομάδα. Εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι ότι ο κόσμος, ψυχολογικά εξαντλημένος από τον πόλεμο, αναζητεί στιγμές φυγής. Τα στούντιο κάνουν την τύχη τους. Τα ταμεία τους ξεχειλίζουν από τις εισπράξεις: 30 εκατομμύρια δολάρια της εποχής είναι τα κέρδη της Παραμάουντ, 22,5 εκατομμύρια της Μέτρο Γκόλντουιν Μάγιερ. Η περίοδος αυτή των παχιών αγελάδων δεν θα κρατήσει πολύ. Με την κατάληψη της πλειοψηφίας των εδρών στο Κογκρέσο από τους Ρεπουμπλικανούς, ψηφίζονται νόμοι αντιτράστ που αφαιρούν από τις μεγάλες εταιρείες τον έλεγχο των κυκλωμάτων διανομής. Το καρτέλ του Χόλυγουντ απειλείται, και πολλές αίθουσες αναγκάζονται να κλείσουν. Και το πιο ανησυχητικό: ένα κλίμα υστερίας κυριεύει τη Μέκκα του κινηματογράφου. Την πρώτη αυτή μεταπολεμική περίοδο ο κόσμος χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα: Από τη μία ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, σύμβολο του θριάμβου του καπιταλισμού, που επιδιώκει να προσεταιριστεί τη Δυτική Ευρώπη με τα εκατομμύρια του Σχεδίου Μάρσαλ. Από την άλλη, ο κομμουνιστικός επεκτατισμός, που επιβάλλει την επιρροή του στην Ανατολική Ευρώπη. Οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση, σύμμαχοι εναντίον του ναζισμού, βρίσκονται τώρα σε αντιπαράθεση. Ο Χάρυ Τρούμαν, που διαδέχεται τον Ρούσβελτ, αναπτύσσει το 1947 τη θέση του για την πολιτική περιχαράκωσης. Οι Σοβιετικοί επιβάλλουν αποκλεισμό στο Βερολίνο τον Ιούνιο του 1948, τον οποίο θα διασπάσει η αμερικανική αεροπορία. Αναπτύσσεται επίσης ο ανταγωνισμός των πυρηνικών εξοπλισμών: Η Σοβιετική Ένωση προχωρεί σε πυρηνική δοκιμή το 1949 και γίνεται παράλληλα γνωστό ότι το Πρόγραμμα Μανχάταν είχε διαβρωθεί από Σοβιετικούς πράκτορες. Το 1950 οι Αμερικανοί πεζοναύτες πραγματοποιούν επέμβαση στη Νότια Κορέα που έχει δεχθεί επίθεση από στρατεύματα της Βόρειας με την υποστήριξη της, κομμουνιστικής πλέον, Κίνας... Έχει κηρυχθεί ο Ψυχρός Πόλεμος. Στις ΗΠΑ έχει αρχίσει το κυνήγι των κομμουνιστών πρακτόρων. Από τις 3 Ιανουαρίου 1945 λειτουργεί ένα διαρκές δικαστήριο που έχει χαρακτήρα ιεράς εξέτασης. Αποστολή του είναι να εκκαθαρίσει τους μηχανισμούς της αμερικανικής οικονομίας, μεταξύ άλλων και του Χόλυγουντ, από τους συμπαθούντες τον κομμουνισμό―πραγματικούς ή υποθετικούς. Στην πραγματικότητα, το δικαστήριο αυτό είχε δημιουργηθεί το 1938. Ονομάζεται Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών (House Un-American Committee, HUAC). Στην αρχή, αποστολή της ήταν η πρόληψη ανατρεπτικών ενεργειών, φασιστικών και κομμουνιστικών. Ο επικεφαλής της, όμως, ο αντιπρόσωπος τους Τέξας στο Κογκρέσο, Μάρτιν Ντηζ, επικεντρώνει τις προσπάθειές του αποκλειστικά στον αγώνα εναντίον των «ερυθρών». Ο ίδιος πιστεύει ότι το Χόλυγουντ είναι «εστία του κομμουνισμού» στην Αμερική. Πού βασίζει αυτούς τους ισχυρισμούς του; Ασφαλώς παραλληλίζοντας την κομμουνιστική ιδεολογία, που επιδιώκει να αλλάξει το παγκόσμιο κοινωνικό σύστημα, με την επιθυμία χειραφέτησης των σεναριογράφων του Χόλυγουντ, οι οποίοι αμφισβητούν τα συμβόλαια που τους δεσμεύουν με τα στούντιο από το 1936. Να, λοιπόν, η πάλη των τάξεων... Επιπλέον, στο Χόλυγουντ της δεκαετίας του 1930 ορισμένοι σεναριογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί δεν κρύβουν τη συμπάθειά τους για το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ (CPUSA). Αμέσως θεωρούνται ύποπτοι ότι θέλουν να μετατρέψουν την έβδομη τέχνη σε όπλο της κουλτούρας των μαζών. Όταν καλείται από την HUAC το 1951 να καταθέσει για τις πιέσεις που ασκούσε το ΚΚ ΗΠΑ στους συγγραφείς, ο Μπαντ Σούλμπεργκ επιχειρεί μιαν άλλη εξήγηση: «Οι καλές ψυχές του Χόλυγουντ ήξεραν ότι συνέβαιναν τρομερά πράγματα στον κόσμο και ότι ο Χίτλερ γινόταν συνεχώς ισχυρότερος. Οι άνθρωποι ένιωθαν κάπως σαν να έμεναν άπραγοι την ώρα που καιγόταν η Ρώμη, και το κομμουνιστικό κόμμα τους έδινε την αίσθηση ότι έκαναν κάτι σοβαρό και κοινωνικά χρήσιμο, που αντιστάθμιζε την κατασπατάληση του ταλέντου τους [...]». Σαφώς, το να προσχωρήσεις στο κόμμα πριν από τον πόλεμο σήμαινε ότι αγωνίζεσαι εναντίον του φασισμού. Είναι γεγονός ότι τα χρόνια 1930-1940 το FBI, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών, εκτιμά ότι η κομματική οργάνωση στην πρωτεύουσα του κινηματογράφου αριθμεί 300 μέλη και 2.000 συμπαθούντες. Ας σημειωθεί ότι, για το ΚΚ των ΗΠΑ, η διείσδυση σε αυτόν τον μικρόκοσμο δεν έχει μόνον ιδεολογική, αλλά και οικονομική σημασία: τα μέλη οφείλουν να καταβάλουν ως συνδρομή το 10% περίπου του μέσου μισθού τους, που προσεγγίζει τα 1000 δολάρια την εβδομάδα. Φαντάζεται κανείς τα ποσά που κατέβαλλαν οι σταρ.

Το κυνήγι των μαγισσών

Λίγους μήνες πριν από την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, το κυνήγι των μαγισσών που εξαπολύει ο Ντηζ φθάνει στα όρια της παράνοιας. Η «μικρή αρραβωνιαστικιά της Αμερικής», η Σίρλεϋ Τεμπλ, κατηγορείται για υπονομευτική απόπειρα. Το έγκλημά της; Μια φωτογραφία της με αφιέρωση δημοσιεύεται σε γαλλική κομμουνιστική εφημερίδα! Έχει μόλις κλείσει τα 8 της χρόνια. Ταινίες που χαρακτηρίζονται ως κομμουνιστική προπαγάνδα μπαίνουν στη μαύρη λίστα: η «Μανία» (1936) του Φριτς Λανγκ στην οποία ο σκηνοθέτης καταγγέλλει τον νόμο του Λυντς ή η Χουαρέζ (1936) του Ουίλιαμ Ντήτερλε με θέμα έναν Μεξικανό επαναστάτη που αγωνίζεται εναντίον του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού των Αψβούργων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η HUAC αναστέλλει τις έρευνές της. Θα επανέλθει δριμύτερη το 1945, όταν θα βρίσκεται σε συνεχή συνεδρία με επικεφαλής τον Τζ. Παρνέλ Τόμας. Το 1947 ο νόμος Ταφτ υποχρεώνει τους συνδικαλιστές να δίνουν εγγράφως όρκο ότι δεν είναι μέλη του κόμματος. Το ζήτημα αυτό επανέρχεται κατά τις ακροάσεις της HUAC: «Είστε, ή υπήρξατε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος; Ο Γκάρυ Κούπερ, ο Ρόμπερτ Ταίυλορ, ο Τζακ Ουώρνερ, ο Γουώλτ Ντίσνεϋ, καλούνται να απαντήσουν. Ο πρώτος απαντά με υπεκφυγές, οι άλλοι τρεις δηλώνουν την αφοσίωσή τους στην αμερικανική δημοκρατία. Άλλοι εκφράζουν την αντίθεσή τους, όπως ο Xόμφρεϋ Mπόγκαρτ, η Λωρήν Mπακώλ, ο Zυλ Nτασέν, ο Όρσον Oυέλες, ο Γκράουτσο Mαρξ(!)... οι οποίοι είναι μέλη της Eπιτροπής υπέρ της Πρώτης Tροπολογίας του Aμερικανικού Συντάγματος, που ιδρύθηκε από τον Tζων Xιούστον και τον Oυίλιαμ Oυάιλερ εν ονόματι της ελευθερίας της έκφρασης. Tέλος, υπάρχουν και εκείνοι που, υποκύπτοντας στις πιέσεις, πέφτουν στην παγίδα και καταδίδουν. Eίναι η περίπτωση του Eλία Kαζάν. O άνθρωπος που καταφέρθηκε εναντίον του αντισημιτισμού στην ταινία Συμφωνία κυρίων, των φυλετικών διακρίσεων στην «Πίνκυ η μιγάς», των αδικιών στο «Mεγάλο κατηγορώ» (Mπούμερανγκ), καταρρέει και καταδίδει τους πρώην συντρόφους του. Θα προσπαθήσει να δικαιολογηθεί το 1954 με Tο λιμάνι της αγωνίας, όπου καταγγέλλει την παντοδυναμία των συνδικάτων. H εξήγηση πρέπει ίσως να αναζητηθεί στα 1936, όταν ήταν διευθυντής του Γκρουπ Θήατερ. Tη χρονιά εκείνη το κόμμα, του οποίου είναι μέλος, του ζητάει να μετατρέψει το θέατρό του σε «προλεταριακή» επιχείρηση στην οποία οι ηθοποιοί, σύμβολα του λαού, θα ασκούν την εξουσία. O Kαζάν αρνείται. Kατηγορείται ως εκμεταλλευτής της εργατικής τάξης και ωθείται από τα μέλη της οργάνωσής του σε παραίτηση. Πιθανώς η μαρτυρία του, λίγα χρόνια αργότερα, να οφείλεται σε αυτή την ταπείνωση. Eπικαλούμενοι την Πέμπτη Tροπολογία του Συντάγματος των HΠA ―«κανείς δεν μπορεί να αναγκαστεί να καταθέσει εναντίον του εαυτού του»― αρνούνται να απαντήσουν στην HUAC δέκα άνθρωποι: ο Άντριαν Σκοτ (παραγωγός), ο Τζων Χάουαρντ Λώσον, ο Ντάλτον Τράμπο, ο Σαμ Όρνιτζ, ο Λέστερ Κόουλ, ο Ρινγκ Λάρντνερ, ο Άλβα Μπέση, ο Άλμπερτ Μαλτς (σεναριογράφοι), ο Έντουαρντ Ντμύτρυκ και ο Χέρμπερτ Μπίμπερμαν (σκηνοθέτες). Οι «Δέκα του Χόλυγουντ» καταδικάζονται για προσβολή του Κογκρέσου σε ποινές από έξι μήνες ως ένα χρόνο φυλάκιση και μπαίνουν στη μαύρη λίστα. Θα ήταν ανώφελο ακόμη και να διανοηθούν ότι θα μπορούσαν να βρουν δουλειά έστω και σαν καθαριστές στα στούντιο που μέχρι τότε τους χρυσοπλήρωναν. Αποκλείονται από οποιαδήποτε εργασία στο Χόλυγουντ. Δεν έχουν όμως όλοι τούς ίδιους ενδοιασμούς. Πρώτος, το 1951, ο Λάρυ Παρκς καταδίδει έντεκα πρόσωπα και τον ακολουθεί ο Στέρλινγκ Χέυντεν. Με την υπόσχεση ότι θα μπορέσει να ξαναδουλέψει, ο Έντουαρντ Ντμύτρυκ δίνει το όνομα του φίλου του Τζων Μπέρυ. Ο Καζάν πλειοδοτεί αγοράζοντας μια σελίδα των New York Times, για να δημοσιεύσει μια έκκληση υπέρ των καταδόσεων εν ονόματι του πατριωτισμού. Ας σημειωθεί ότι από το 1950 ―και ως το 1954― η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών βρίσκεται υπό την εξουσία του ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Τζόζεφ ΜακΚάρθυ, τον οποίο βοηθούν δυο διαβόητοι αντικομμουνιστές: ο Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, αφεντικό του FBI, και κάποιος Ρίτσαρντ Νίξον. Τα τέσσερα αυτά χρόνια το κυνήγι των μαγισσών φθάνει σε σημείο παροξυσμού. Ο ΜακΚάρθυ, ορκισμένος αντίπαλος του κομμουνισμού, χρησιμοποιεί μεθόδους που βρίσκονται στο περιθώριο της νομιμότητας: πληρώνει μάρτυρες, διατυπώνει ασύστατες κατηγορίες... Μολονότι το Χόλυγουντ δεν είναι ο μόνος στόχος ―η Επιτροπή έχει επίσης στο στόχαστρό της τον Τύπο, το Κογκρέσο, τον στρατό― το γεγονός ότι εγκαλούνται διασημότητες, σημαίνει ότι οι εργασίες της έχουν τεράστιο αντίκτυπο. Αυτή η πολιτική κατατρομοκράτησης θα επιφέρει το τέλος της. Εν τω μεταξύ, όμως, τα στούντιο της Δυτικής Ακτής θα έχουν υποστεί τις συνέπειες. Πολλοί κινηματογραφιστές και ηθοποιοί εγκαταλείπουν τη χώρα: ο Μπρεχτ φεύγει για τη Γαλλία, ο Τσάπλιν για την Ελβετία. Τον δρόμο της αυτοεξορίας θα πάρουν επίσης ο Ντασέν και ο Λόουζυ. Όσοι αποφασίζουν να μείνουν εργάζονται με ψευδώνυμα. Ο Ντάλτον Τράμπο υιοθετεί το ψευδώνυμο Ρόμπερτ Ριτς – και με το όνομα αυτό θα βραβευτεί με Όσκαρ το 1956 για την ταινία Ο γενναίος. Κι όμως, μέσα σε αυτό το κλίμα υστερίας, ορισμένοι αψηφούν την Επιτροπή. Ο συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ, που θα παντρευτεί αργότερα τη Μαίριλυν Μονρόε, εκδίδει τη Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ), ένα σφοδρό κατηγορητήριο κατά της μισαλλοδοξίας, η πλοκή του οποίου μάλιστα εκτυλίσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μυθιστόρημα προσαρμόζεται για τον κινηματογράφο από τον Ζαν Πωλ Σαρτρ και γυρίζεται το 1953 από τον Ραιμόν Ρουλώ με πρωταγωνιστές τη Σιμόν Σινιορέ και τον Υβ Μοντάν οι οποίοι, όπως όλος ο κόσμος γνωρίζει, είναι οπαδοί του γαλλικού ΚΚ. Αυτό δεν θα τους εμποδίσει αργότερα να γίνουν δεκτοί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρ’ όλο που ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται στο αποκορύφωμά του ―ο Τζούλιους και η Έθελ Ρόζενμπεργκ θα τον πληρώσουν με τη ζωή τους― το κλίμα στο Χόλυγουντ σιγά-σιγά ηρεμεί. Και το 1960 ο Ντάλτον Τράμπο που ήταν στη μαύρη λίστα, ξαναεμφανίζεται με το πραγματικό του όνομα στους τίτλους της ταινίας Σπάρτακος του Στάνλεϋ Κιούμπρικ.Το Χόλυγουντ σταδιακά βγαίνει από έναν φοβερό εφιάλτη.

Τσάπλιν ο αιρετικός

Το 1942 ο «πατέρας» του Σαρλό δηλώνει ότι «Η κομμουνιστική Ρωσία είναι η τελευταία γραμμή άμυνας της δημοκρατίας». Μια μικρή φράση που θα την πληρώσει ακριβά μετά τον πόλεμο... Ο Σαρλό, με το ύφος του απλοϊκού ανθρωπάκου που παραδέρνει στη ζωή βρίσκοντας πάντα τον έρωτα και σπάνια τον πλούτο, είναι, τη δεκαετία του 1930, ο πιο διάσημος αλήτης στον κόσμο. Ο ήρωας αυτός που με κάθε εμφάνισή του στην οθόνη ―Ο Σαρλό πόλισμαν, Ο Σαρλό μετανάστης, Σκυλίσια ζωή, Ο Σαρλό φαντάρος― προκαλεί κάθε είδους καταστροφές, αντιμετωπίζεται σαν ένα σκουπιδάκι στην καλολαδωμένη αμερικανική μηχανή, σαν ένας ταραξίας. Ακριβώς όπως και ο «πατέρας» του, ο Τσάρλι Τσάπλιν. Για άλλους όμως λόγους. Πολιτικούς αυτή τη φορά. Γιατί πίσω από τον κωμικό και ποιητικό Σαρλό κρύβεται ο Τσάπλιν ― άνθρωπος με αρχές, που με τα έργα του θέλει να αποκαλύψει τους κινδύνους που απειλούν την ανθρωπότητα. Μετά το γύρισμα της ταινίας Μοντέρνοι καιροί (1936), μια σάτιρα της βιομηχανικής κοινωνίας, ο Τσάπλιν παίρνει για πρώτη φορά τις αποστάσεις του από το Χόλυγουντ, και μάλιστα σκέπτεται να γυρίσει μια ταινία στη Σοβιετική Ένωση. Τον ίδιο χρόνο, το 1936, δεν κρύβει τη συμπάθειά του για τους Ισπανούς δημοκρατικούς. Η άνοδος του φασισμού τον ανησυχεί και, προκειμένου να αντιπαλέψει την περιρρέουσα αδράνεια των ΗΠΑ, γυρίζει τον Δικτάτορα (1939-1940), μια παρωδία του Χίτλερ. Η ταινία ενοχλεί το Χόλυγουντ, που δεν θέλει να χάσει τη γερμανική αγορά. Ο Τύπος κατακεραυνώνει τον «ταραχοποιό». Οι οργανώσεις των Αμερικανών ναζί απειλούν ότι θα τον δολοφονήσουν. Με την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο ο Τσάπλιν γίνεται και πάλι στόχος των πυρών του πολιτικού κόσμου και του Τύπου. Ενώ συζητείται κατά πόσον θα πρέπει να ανοίξουν οι ΗΠΑ ένα νέο μέτωπο στην Ευρώπη όταν πολεμούν ήδη στο μέτωπο του Ειρηνικού ο Τσάπλιν δεν έχει διλήμματα. Σε μια συγκέντρωση στις 22 Ιουλίου 1942 στο Μάντισον Σκουαίρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης, δηλώνει: «Στα πεδία των μαχών της Ρωσίας η δημοκρατία θα επιζήσει ή θα πεθάνει. Η μοίρα των συμμάχων εθνών βρίσκεται στα χέρια των κομμουνιστών [...] Αν η Ρωσία ηττηθεί, θα βρεθούμε σε απελπιστική κατάσταση». Για τους αντικομμουνιστές, ο Τσάπλιν έχει επιλέξει στρατόπεδο. Δεν είναι πολιτικά ορθό να δηλώνεις ότι «η κομμουνιστική Ρωσία είναι η τελευταία γραμμή άμυνας της δημοκρατίας». Αυτό θα το πληρώσει. Το 1947 σε μια συνέντευξη Τύπου που δίνει με την ευκαιρία της τελευταίας ταινίας του, Ο κύριος Βερντού, μπροστά σε εχθρικούς δημοσιογράφους, ο Τσάπλιν, γνωρίζοντας την εχθρότητα που προκαλεί, τους επιτίθεται: «Εμπρός λοιπόν! Αρχίστε να με σφάζετε!» Άλλο που δεν θέλουν οι δημοσιογράφοι: «Γιατί δεν είσαστε Αμερικανός πολίτης; Αληθεύει ότι αισθάνεστε κάποια συμπάθεια για τη Ρωσία; Είσαστε μπολσεβίκος; Γιατί ζητήσατε το άνοιγμα δεύτερου μετώπου κατά τη διάρκεια του πολέμου; Συμπαθείτε τον κομμουνισμό;» Μια παράξενη συνέντευξη Τύπου που μοιάζει με αστυνομική ανάκριση. Ο Τσάπλιν απαντά με τη χαρακτηριστική ειρωνεία του: «Δεν νομίζω πως πρέπει να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους ανάλογα με τις πεποιθήσεις τους. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στον φασισμό. Όσο για μένα, δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό κόμμα. Η ζωή έχει γίνει πραγματικά πολύ περίπλοκη και κανείς μας δεν πρέπει να κυκλοφορεί χωρίς έναν οδηγό συμπεριφοράς στην τσέπη. Γιατί αρκεί σήμερα να κατέβει κάποιος από το πεζοδρόμιο με το αριστερό πόδι για να τον πουν κομμουνιστή...». Από τη στιγμή αυτή το διαζύγιο του Τσάπλιν με το Χόλυγουντ είναι οριστικό. Είναι ιδιαίτερα οξύς απέναντι στην κινηματογραφική βιομηχανία: «Εγώ, ο Τσάρλι Τσάπλιν, δηλώνω ότι το Χόλυγουντ ψυχορραγεί. Δεν έχει πια καμιά σχέση με τον κινηματογράφο που θεωρείται ότι είναι τέχνη [...]». Ο Ρόμπερτ Ταίυλορ τον χαρακτηρίζει «επικίνδυνο άτομο που νομίζει ότι είναι οικονομικός και στρατιωτικός ειδήμων, ενώ υπήρξε πάντα λουφαδόρος». Το 1949, γνωρίζοντας ότι θα κληθεί από την HUAC, ο Τσάπλιν στέλνει ένα τηλεγράφημα στον Τζ. Παρνέλ Τόμας: «Μαθαίνω από τον Τύπο ότι έχετε την πρόθεση να με καλέσετε τον Σεπτέμβριο του 1949 ενώπιον της Επιτροπής σας. Λέγεται ότι θέλετε να με ρωτήσετε αν είμαι κομμουνιστής [...]. Αφού επιθυμείτε να το μάθετε, δεν είμαι κομμουνιστής. Είμαι απλώς ένας συνεργός της ειρήνης». Ο Τσάπλιν, όλο και πιο απομονωμένος, φεύγει από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να εγκατασταθεί στην Ελβετία τον Σεπτέμβριο του 1952. Θα γυρίσει στο Χόλυγουντ έπειτα από είκοσι χρόνια, για να παραλάβει ένα τιμητικό Όσκαρ. Πόσο καθυστερημένη αναγνώριση! .

Προηγούμενο