Αρχαία ναυάγια στη Μεσόγειο

της Έμμης Πανούση

Η εκτίμηση αυτή του Αμερικανού ειδικού έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, χάρη στις γνώσεις, όμως, που αποκτήθηκαν πρόσφατα, οι μελετητές οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός των πλοίων που ... δεν ολοκλήρωσαν το ταξίδι τους είναι τουλάχιστον διπλάσιος. Το βέβαιο, πάντως, είναι πως η πληθώρα των ναυαγίων αποτέλεσε πρόκληση για τους μελετητές. Συνετέλεσε στη διεύρυνση των οριζόντων στον τομέα της ενάλιας έρευνας και έριξε «φως» στις τεχνικές της ναυπηγικής ―και όχι μόνο―των αρχαίων λαών της Μεσογείου. Οι ενάλιες έρευνες άρχισαν δειλά-δειλά στις αρχές του 20ού αιώνα εξακολουθούσαν, όμως, να είναι πρόχειρες για άλλα πενήντα χρόνια. Ο δύτης που έφτανε, τότε, στον βυθό και αντίκριζε το ναυάγιο δεν ήταν ο αρχαιολόγος. Αυτός άκουγε απλά την περιγραφή του ευρήματος στο κατάστρωμα του ερευνητικού σκάφους και κρατούσε σημειώσεις. Η καινοτομία ήρθε στη δεκαετία του 1950, με την επαναστατική εφεύρεση του ρυθμιστή καταδύσεως των Κουστώ και Γκανιάν. Η συνεχής εξέλιξη στον εξοπλισμό των αυτοδυτών και η δυνατότητα ―πλέον― κατάδυσης μορφωμένων ερευνητών κοντά στα ναυάγια έδωσε νέα πνοή στην ενάλια έρευνα. Τους έμπειρους πρωτοπόρους: Πήτερ Θροκμόρτον και Χόνοφ Φροστ ακολούθησαν επιστήμονες αρχαιολόγοι-δύτες που θεμελίωσαν την επιστήμη της ενάλιας αρχαιολογίας.Τη μελέτη των σπουδαιότερων ναυαγίων και άλλων ευρημάτων της Μεσογείου τη χρωστάμε μεταξύ άλλων στους: Τζωρτζ Μπας, Νίνο Λαμπόλια, Μάικλ Καίητσεν, Πατρίς Πονέ και Ζαν-Υβ Αμπρέρ. Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς τι είναι αυτό που κάνει ένα ναυάγιο σημαντικότερο από ένα άλλο; Πριν δοθεί απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ουδέποτε ένα ναυάγιο φτάνει στους ερευνητές ακέραιο. Για να διατηρηθεί έστω και τμηματικά πρέπει η καταβύθισή του να γίνει γύρω στα 40-50 μέτρα βάθος, ώστε η ένταση των κυμάτων να μην του προξενήσει σημαντικές ζημιές. Το ιδανικό για έρευνα ναυάγιο είναι εκείνο που σε επίπεδο βυθό και σε βάθος 30 μ. καλύπτεται γρήγορα από άμμο ή λάσπη ή και τα δύο. Είναι τρομερό για έναν αρχαιολόγο-δύτη να εντοπίσει ναυάγιο στο οποίο προηγήθηκαν επισκέπτες: ερασιτέχνες δύτες ή κυνηγοί αρχαίων ευρημάτων, καθώς εκείνοι έχουν την ... ικανότητα να προκαλέσουν στο εύρημα ζημιά μεγαλύτερη από εκείνη που του προξένησε η χρόνια παραμονή του στον βυθό. Πρόβλημα στην ενάλια αρχαιολογία αποτελούν επίσης ―ιδιαίτερα στις ελληνικές θάλασσες― οι τράτες. Σαρώνουν χωρίς καμία προσοχή τον βυθό, διαταράσσουν το φορτίο των ναυαγισμένων καραβιών και διαλύουν το σκαρί.Τεράστιο ενδιαφέρον για τους μελετητές της αρχαίας ναυπηγικής παρουσιάζουν τα ναυάγια που μαρτυρούν νέες τεχνικές στη σύνδεση της ξυλείας, εκείνα που δείχνουν μια εξέλιξη στις γραμμές και νέα στοιχεία στον εξοπλισμό. Άπειρες πληροφορίες προσφέρουν τα φορτία των ναυαγισμένων σκαριών για τους θαλάσσιους δρόμους. Μας δίνουν τη δυνατότητα να ακολουθήσουμε νοερά την πορεία που διέγραψαν από λιμάνι σε λιμάνι και έπειτα, με τη βοήθεια των τεχνικών, επιχειρείται η αναπαράσταση του τελευταίου ταξιδιού. Ένα από τα πιο φημισμένα ναυάγια της Μεσογείου είναι πιθανότατα εκείνο που συνέβη το 302 π.Χ. έξω από το κυπριακό λιμάνι της Κυρήνειας. Μια πειρατική επιδρομή ήταν η αιτία να βουλιάξει το πλοίο που έμεινε γνωστό ως «Πλοίο της Κυρήνειας». Το σκάφος, αφού κτυπήθηκε, κάθισε σε επίπεδο βυθό σε βάθος 50 μέτρων ανοιχτά της πόλης. Η άμμος και η λάσπη το κάλυψαν γρήγορα με τον προστατευτικό τους «πέπλο» και οι λίγοι αμφορείς που εξείχαν από τον υγρό τάφο τους επέτρεψαν στον Κυρηνιώτη δύτη, Ανδρέα Καριόλου, να το εντοπίσει, το 1967. Από το μήκους δεκαπέντε μέτρων σκαρί σώθηκε το 75%, γεγονός που βοήθησε πριν από είκοσι χρόνια να επιχειρηθεί η κατασκευή ενός ακριβούς ομοιώματος στο Πέραμα, στο ναυπηγείο του Μανώλη Ψαρρού. Έτσι δημιουργήθηκε το σκάφος «Κυρήνεια ΙΙ» χάρη στα ταξίδια του οποίου η ναυτική πειραματική αρχαιολογία διεύρυνε τους ορίζοντές της. Τα ναυάγια που έχουν ανακαλυφθεί και μελετηθεί συστηματικά είναι πάμπολλα. Αρκετά άλλα όμως, όπως τα τριάντα ναυάγια που εντόπισε ο Γάλλος αρχαιολόγος Ζαν-Υβ Αμπρέρ στην είσοδο του ανατολικού λιμένα της Αλεξάνδρειας, θα χρειαστεί να μείνουν δεκάδες χρόνια στην αγκαλιά της Μεσογείου έως ότου η σκαπάνη των αρχαιολόγων του βυθού τα φέρει στο φως.

Ο λοιμός των Αθηνών

Τον 6ο και τον 7ο αιώνα π.Χ., οι Ασσύριοι συνήθιζαν να μολύνουν (συστηματικά) τα πηγάδια των εχθρών τους. Επίσης, όταν ο περίφημος λοιμός των Αθηνών, προκάλεσε διακόσια χρόνια αργότερα τον θάνατο του ενός τετάρτου του πληθυσμού (10.000 κατοίκων) της πόλης, οι Πελοποννήσιοι κατηγορήθηκαν ότι είχαν μολύνει τις πηγές. Κι όμως, τελικά, ηττήθηκαν από τους Αθηναίους. Παρόμοιες αφηγήσεις για τη μόλυνση πηγαδιών, είτε από τοξικές ουσίες, όπως η ερυσίβη (μύκητας) της σίκαλης, είτε από ιούς προερχόμενους από πτώματα ζώων, δεν έλειπαν ποτέ. Ήταν μια «τεχνική» που χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές στο διάβα των αιώνων, ως τον Μεσαίωνα. Όπως συνέβη το 1158 κατά την πολιορκία της Τορτόνας στο Πεδεμόντιο. Τότε ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Α’ Βαρβαρόσας, κατά την εκστρατεία του εναντίον των λομβαρδικών πόλεων, έριξε αποσυντεθειμένα πτώματα στα πηγάδια, κάνοντας έτσι το νερό ακατάλληλο προς κατανάλωση... Κατά τον Ηρόδοτο, τον 5ο αιώνα π.Χ., οι Σκύθες τοξότες πριν χρησιμοποιήσουν τα βέλη τους βύθιζαν τις αιχμές τους σε σάπια πτώματα ή σε κοπριά, για να προκαλέσουν στον εχθρό γάγγραινα ή τέτανο. Ο βιολογικός πόλεμος μπορεί να πάρει και πιο έμμεσες μορφές. Ορισμένοι στρατηγοί, λόγου χάρη, ανάγκαζαν κατά κάποιον τρόπο τα εχθρικά στρατεύματα να στρατοπεδεύσουν για πολύ καιρό σε ανθυγιεινές περιοχές. Το 415 π.Χ., κατά την πολιορκία των Συρακουσών, ο στρατηγός των Συρακουσίων Ερμοκράτης ανάγκασε τον Αθηναίο στρατηγό Νικία να παραμείνει περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν σε μια υγρή πεδιάδα, όπου θέριζε η ελονοσία. Αποδεκατισμένο, το εκστρατευτικό σώμα των Αθηναίων, έλυσε μετά από λίγο την πολιορκία, και η Αθήνα είδε κι έπαθε να συνέλθει μετά από αυτή την καταστροφή. Η ίδια ιδέα χρησιμοποιήθηκε και πάλι μετά από εξήντα χρόνια σε μια άλλη πολιορκία, εκείνη του Αστακού, ―μιας μικρής πόλης κοντά στον Κόλπο του Τάραντα, του σημερινού Πολίκορο― από τον τύραννο της Ηράκλειας Κλέαρχο. Αυτός, λοιπόν, ανάγκασε τον στρατό από τον οποίο ήθελε να απαλλαγεί, να στρατοπεδεύσει σε μία ελώδη περιοχή, ανάμεσα σε λακκούβες με λιμνάζοντα νερά... Αλλά η ελονοσία και η γάγγραινα δεν ήταν τίποτα μπροστά στην πανούκλα. Το 1344, οι Μογγόλοι πολιορκούσαν την πόλη Κάφα (σήμερα Θεοδοσία), στην ανατολική ακτή της Κριμαίας, που την κατείχαν οι Γενοβέζοι. Οι πολιορκημένοι αντιστέκονταν για τρία ολόκληρα χρόνια, και οι Μογγόλοι ετοιμάζονταν να λύσουν την πολιορκία, όταν έκανε την εμφάνισή της η πανούκλα, η οποία είχε φτάσει με τα καραβάνια των εμπόρων. Ο αρχηγός των Μογγόλων, αποφάσισε να εκσφενδονίσει πάνω από τα τείχη στο εσωτερικό της πόλης τα πτώματα των σκοτωμένων στρατιωτών του «ώστε η αφόρητη δυσοσμία να δώσει τη χαριστική βολή στους πολιορκημένους». Δεν ήξερε, όμως, ασφαλώς, ότι τελικά οι ψείρες και οι ψύλλοι, φορείς του βακίλλου του Γιερσέν («Yersinia pestis»), που υπήρχε στα πτώματα, θα μετέδιδαν την ασθένεια στους πολιορκημένους... Και φυσικά, δεν υποψιαζόταν το μέγεθος της βακτηριολογικής καταστροφής που θα προκαλούσε. Οι Γενοβέζοι έφυγαν για την πατρίδα τους, αλλά τα πλοία τους μετέφεραν εν αγνοία τους έναν αόρατο και φονικό εχθρό: την πνευμονική πανώλη. Οι γαλέρες άραξαν πρώτα στη Μεσσήνη, και ύστερα στη Βενετία, στη Γένοβα και στη Μασσαλία, το 1347. Στα μέσα Μαρτίου του 1348, η πανώλη που είχε φτάσει στην Αβινιόν, απείλησε τον πάπα Κλήμεντα ΣΤ’ και συνέχισε την προέλασή της στην κοιλάδα του Ροδανού. Κτύπησε τη Λυών στα τέλη Απριλίου, το Παρίσι τον Αύγουστο, και το φθινόπωρο είχε πια εξαπλωθεί σε όλη τη Γαλλία, πριν μεταδοθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη, και έφτασε στη Ρωσία το 1353. Η επιδημία αποδόθηκε στην αρχή στη «μόλυνση του αέρα», η οποία είχε προκληθεί από μία «κακή συζυγία πλανητών». Αλλά κάποιοι δεν άργησαν ν’ αναζητήσουν τον αποδιοπομπαίο τράγο: κατηγόρησαν τους Εβραίους ότι είχαν μολύνει το νερό. Ασφαλώς, εκείνη την εποχή, (οι άνθρωποι δεν είχαν καταλάβει τη σχέση αυτής της πανδημίας με όσα είχαν συμβεί στην Κριμαία. Και φυσικά, ολόκληρη η Ευρώπη το αγνοούσε.

Δυο ναυάγια που έμειναν στην ιστορία

Τι ήταν αυτό που οδήγησε την αυλή του πάπα Πίου Β’ να εξερευνήσει τη μικρή λίμνη Νέμι στην περιοχή των Αλβανών λόφων στην επαρχία της Ρώμης; Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα που την περιέβαλλε αποτελείτο από θρύλους, μύθους και θρησκευτικές προκαταλήψεις και κάποιος έπρεπε να αποκαλύψει τι από όλα αυτά ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Έτσι, το 1446, ο Λεόνε Μπατίστα Αλμπέρτι άρχισε να διεξάγει έρευνες επί τόπου. Ανακάλυψε δύο ναυάγια πλοίων και τα κατέγραψε στις σημειώσεις του, όμως ελάχιστες από αυτές διασώθηκαν.Οι ιστορίες για αμύθητα πλούτη μέσα σ’ αυτά τα ναυάγια προσέλκυσαν στη συνέχεια και νέους ερευνητές που στόχο είχαν τελικά τη ληστεία. Η πρώτη επιστημονική έρευνα έγινε πολύ αργότερα και συγκεκριμένα το 1895. Τότε αποφασίστηκε και η ανέλκυση των σκαφών που κατέστη δυνατή με τη μερική αποξήρανση της λίμνης. Έργο που πραγματοποιήθηκε από το 1929 ως το 1932. Το 1939 έγιναν τα εγκαίνια του Μουσείου του Ρωμαϊκού Ναυτικού.Ακολούθησε ο πόλεμος και τον Μάιο του 1944, τα ναυάγια καταστράφηκαν από πυρκαγιά. Η πύρινη λαίλαπα είχε σαν αποτέλεσμα να σταματήσουν οι μελέτες γύρω από τα ευρήματα. Όταν το ιταλικό ναυτικό κατόρθωσε το 1953 να κατασκευάσει ομοιώματα των πλοίων σε κλίμακα 1:5, επέτρεψε την επαναλειτουργία του Μουσείου. Έκτοτε, όμως, η έρευνα άλλαξε κατεύθυνση. Έτσι τόσο οι υποβρύχιες μελέτες όσο και η ναυτική αρχαιολογία αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από το Μουσείο Νέμι.Κατά τη δεκαετία του 1960 ανακαλύφθηκαν οι βασικές αρχές της ναυπηγικής κατά την Αρχαιότητα και από τότε γίνονται σημαντικά βήματα. Η τεχνική και οι φάσεις της ναυπήγησης πλοίων, αλλά και η ανακατασκευή τους αποτέλεσαν την αφετηρία. Αναφέροντας μερικά στοιχεία για τα δύο πλοία που βρέθηκαν ναυαγισμένα στη λίμνη αξίζει να σημειώσουμε κυρίως ότι, όταν ο Καλιγούλας αποφάσισε να κατασκευάσει έναν πλωτό ναό (το δεύτερο πλοίο), αφιερωμένο στην Ίσιδα κι ένα πλωτό παλάτι (το πρώτο πλοίο), για τον ίδιο ―αν κρίνουμε από τα τεχνικά και πολιτισμικά στοιχεία― φάνηκε πως ήθελε ν’ αντιγράψει τους Πτολεμαίους και τα μεγάλα πλοία των ηγεμόνων των ελληνιστικών χρόνων. Πρόσφατες ανακαλύψεις για το δεύτερο πλοίο μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είχε τη μορφή πολεμικού πλοίου. Τα κύρια κτίσματά του είχαν επιχρυσωμένα κεραμίδια, βαριές βάσεις, και συνδέονταν με παρεμβαλλόμενα διαχωριστικά και τα διακοσμητικά στοιχεία ήταν ανάλογα με την τεχνοτροπία των τοιχογραφιών της Πομπηίας. Τα δύο πλοία της λίμνης Νέμι είχαν σύντομη ζωή. Καθελκύστηκαν το 38 μ.Χ. και το δεύτερο βυθίστηκε μετά τον θάνατο του Καλιγούλα ως μεταθανάτια τιμωρία του, ενώ το πρώτο λίγα χρόνια αργότερα.

Ναυάγια κοντά στις ακτές της νότιας Γαλλίας

Τα ναυάγια της Μασσαλίας ανακαλύφθηκαν το 1993 κατά τη διάρκεια εκσκαφών στην πλατεία Ιουλίου Βερν. Οι εργασίες που έγιναν από την Τοπική Αρχαιολογική Υπηρεσία με τη συνδρομή της πόλης της Μασσαλίας, αποκάλυψαν τμήμα της αρχαίας ακτής με τις λιμενικές εγκαταστάσεις και πλήθος ελληνικών και ρωμαϊκών ναυαγίων. Δύο πλοία βρέθηκαν αντικριστά το ένα στο άλλο, κάπου τριάντα μέτρα από την αρχαία ακτή στο σημείο που είχαν εγκαταλειφθεί στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. λόγω της κακής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν. Το σωζόμενο τμήμα του μικρότερου από τα δύο πλοία έχει μήκος 5μ. και πλάτος 1,5μ. Οι μελετητές αποφάνθηκαν ότι επρόκειτο για ελαφρύ και γρήγορο σκάφος, λεπτό και με στρογγυλή διατομή. Δέκα μικρά θραύσματα από κόκκινο κοράλλι, που βρέθηκαν παγιδευμένα στην πίσσα του σκαριού, τους οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το σκάφος χρησιμοποιούνταν στην αλιεία κοραλλιών που τόσο αγαπούσαν οι αρχαίοι. Το δεύτερο και μεγαλύτερο από τα δύο πλοιάρια έχει διατηρηθεί σε μήκος 14μ. και πλάτος 4μ. Στο μέγεθος φτάνει ένα μικρό εμπορικό πλοίο, με καρίνα, στρογγυλή διατομή και με πολύ μακρόστενες άκρες. Το πανί του ήταν τετράγωνο και είχε χωρητικότητα φορτίου 12 τόνων. Ήταν αναμφίβολα ένα από τα μέσα με τα οποία οι κάτοικοι της Μασσαλίας επιχειρούσαν την επέκταση του εμπορίου τους κατά το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. Το σύστημα συναρμολόγησής τους είναι άξιο λόγου, ενώ τα πολυάριθμα σημάδια επιδιόρθωσης μαρτυρούν πως ταξίδευε για πολλά χρόνια πριν εγκαταλειφθεί. Αρκετά νωρίτερα, το 1967, ανακαλύφθηκε ακόμη ένα ναυάγιο σε βάθος 21μ. στα ανοικτά του μικρού λιμανιού της πόλης Μαντράγκ, κοντά στην Τουλόν. Το ναυάγιο αυτό, λόγω των μεγάλων διαστάσεών του (40μ. μήκος, 12μ. πλάτος), έδωσε τη δυνατότητα στους μελετητές να εργαστούν συστηματικά (από το 1972 ως το 1982) πάνω σε ένα βυθισμένο εμπορικό πλοίο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έρευνα που έγινε ποτέ σε αρχαίο ναυάγιο. Όταν συνέβη το ναυάγιο (75-60 π.Χ.), το πλοίο κουβαλούσε 6.000 αμφορείς με κρασί. Τα σφραγίσματα που βρέθηκαν στις λαβές των αγγείων με το όνομα «Publius Veveius Papus» μαρτυρούν ως περιοχή προέλευσης την Τερακίνα, νότια της Ρώμης. Σημαντικά υπολείμματα της καρίνας βοήθησαν επίσης τους ερευνητές στη μελέτη της κατασκευής του σκαριού και στην αποκατάσταση της αρχικής μορφής του πλοίου.Οι ίδιοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα μεγάλο εμπορικό ιστιοφόρο με δύο ιστούς και τετράγωνα πανιά που έφτανε τα 40μ. μήκος και τα 9μ. πλάτος. Μπορούσε να μεταφέρει 400 τόνους φορτίο και είχε εκτόπισμα περίπου 530 τόνων.

Το ναυάγιο ενός πολεμικού καρχηδονιακού πλοίου

Μια αρχαιολογική έρευνα σε μια ομάδα αρχαίων ναυαγίων ανοιχτά της Ίζολα Λούνγκα βόρεια της πόλης Μαρσάλα της Σικελίας, που ξεκίνησε το 1970, ήταν αυτή που οδήγησε στη μοναδική ανακάλυψη των λειψάνων ενός καρχηδονιακού πολεμικού πλοίου. Επρόκειτο για μια διπλά σημαντική ανακάλυψη, δεδομένου ότι βρέθηκαν συγχρόνως γράμματα του φοινικικού αλφάβητου βαμμένα από τους ναυπηγούς στα μαδέρια του πλοίου.
Το ναυάγιο, που έγινε γνωστό ως «Καρχηδονιακό πλοίο», ήρθε στο φως μετά από τέσσερα χρόνια ανασκαφών και το έβγαλε στη στεριά η Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή της Ρώμης για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας της Σικελίας.
Οι ερευνητές βρήκαν σε πολύ καλή κατάσταση την πρύμνη του και το ένα τρίτο της αριστερής πλευράς του, έλειπε όμως η πλώρη. Ως τότε κανείς δεν ήξερε πώς ήταν οι πλώρες των καρχηδονιακών πλοίων και ήταν ευχάριστη έκπληξη για τους μελετητές το γεγονός ότι η μετακίνηση της άμμου του βυθού στο τέλος των ανασκαφών αποκάλυψε τμήμα της πλώρης ενός άλλου γειτονικού ναυαγίου, που και αυτό είχε γραμμένα πάνω του γράμματα του φοινικικού αλφάβητου.
Η μελέτη έδειξε ότι το «Καρχηδονιακό πλοίο» ήταν ένα στενό σκαρί μήκους 34μ. και πλάτους 4,8μ. Με την πεποίθηση ότι η πλώρη του θα έμοιαζε μ’ εκείνη του διπλανού ναυαγίου οι ερευνητές οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα πως ήταν μια «λιβυρνίς» και όχι τριήρης ή πεντήρης. Ήταν δηλαδή ένα γρήγορο πλοίο από τις ακτές των πειρατών της Δαλματίας που αργότερα υιοθετήθηκε από τους Έλληνες, τους Ρωμαίους και τους Φοίνικες.
Η μελέτη των ζωγραφισμένων ιδεογραμμάτων και άλλων σημαδιών «φώτισαν» τις άγνωστες μεθόδους ναυπήγησης της εποχής εκείνης. Έτσι προέκυψε ότι το εν λόγω πλοίο είχε προσχεδιαστεί. Τα τμήματα, που είχαν κοπεί εκ των προτέρων, συναρμολογήθηκαν με μια τυποποιημένη σειρά, όπως συνάγεται από την αλφαβητική ακολουθία που έφεραν τα μαδέρια. Η χρονολόγηση του ναυαγίου στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. στηρίζεται στη μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα 14, στα επιγραφικά χαρακτηριστικά των ζωγραφισμένων συμβόλων και άλλων στοιχείων.
Μαρτυρίες αποδεικνύουν μια σχέση ανάμεσα σ’ αυτήν τη γεμάτη ναυάγια περιοχή με τη ναυμαχία των Αιγουσών μεταξύ ρωμαϊκών και καρχηδονιακών πλοίων. Με το τέλος της ναυμαχίας που έγινε το 241 π.Χ. όσα καρχηδονιακά πλοία διασώθηκαν υπολογίζεται ότι έπλευσαν προς το πλησιέστερο λιμάνι, το Λιλύβαιον, που εξακολουθούσαν να κατέχουν οι Καρχηδόνιοι. Στο ταξίδι τους αυτό υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να καταδιώχθηκαν και να βυθίστηκαν ανοικτά της Ίζολα Λούνγκα.

Το ναυάγιο της Μαχντία

Τα σημαντικότερα ευρήματα από ναυάγιο του 1ου αιώνα π.Χ. ανακάλυψαν σφουγγαράδες από τη Σμύρνη το 1900. Κατά την επιστροφή τους από την Τυνησία δεν πίστευαν στα μάτια τους όταν αντίκρισαν στα ανοικτά της ανατολικής ακτής των Αντικυθήρων το ναυάγιο ενός καραβιού φορτωμένου με έργα τέχνης.Τα ευρήματα, που αποτελούνταν από χάλκινα και μαρμάρινα γλυπτά, ανέλκυσε η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία και από τότε φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Τα σπουδαιότερα είναι ο Έφηβος των Αντικυθήρων, κεφαλή Έλληνα φιλοσόφου, και προπαντός το άγαλμα του Ποσειδώνα, ή κατ’ άλλους του Δία. Ένα άλλο σημαντικότατο εύρημα είναι ο λεγόμενος «υπολογιστής» των Αντικυθήρων.
Επτά χρόνια αργότερα, Έλληνες ψαράδες, αναζητώντας σφουγγάρια στην Τυνησία, έπεσαν πάνω σε ένα αρχαίο πλοίο με πολύτιμο φορτίο.
Ως το 1913 ανασύρθηκαν από τον βυθό αναρίθμητα έργα τέχνης καθώς και τμήματα του εξοπλισμού του πλοίου που μεταφέρθηκαν για συντήρηση σε μουσείο της Τύνιδας.
Επιστημονική διερεύνηση του ναυαγίου έγινε τα έτη 1954 και 1955 από τον Σύνδεσμο Υποβρυχίων Ερευνών της Τυνησίας και τότε χαρτογραφήθηκε για πρώτη φορά η ακριβής θέση του ναυαγίου.
Η βύθιση του πλοίου, όπως εκτιμούν οι ερευνητές, ήταν καταστροφική για τους ιδιοκτήτες του καθώς η αξία του φορτίου ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο σηστέρτια. Περιελάμβανε πλήθος αρχιτεκτονικών μελών, τεράστιους κρατήρες και κηροπήγια από μάρμαρο. Ανάγλυφες επιγραφές, αγάλματα από χαλκό και μάρμαρο και ακριβά είδη διακόσμησης σπιτιού. Το πλοίο υπολογίζεται ότι βυθίστηκε στο πρώτο μισό του 1ου αιώνα και τα προϊόντα που μετέφερε πρέπει να είχαν κατασκευαστεί στην Αττική γύρω στο 350-50 π.Χ. Περιελάμβανε δηλαδή τόσο καινούργια προϊόντα όσο και πολύ προγενέστερα.Το στοιχείο αυτό των ευρημάτων (ετερογένεια από διαφορετικές εποχές) που στήνονταν κυρίως σε ιερά και ανοικτούς χώρους, αφήνει να εννοηθεί ότι παραλήπτης του φορτίου πρέπει να ήταν άνθρωπος από την ανώτατη κοινωνική τάξη. Από τη Ρώμη ή την Καμπανία.Όσον αφορά τον τρόπο ναυπήγησης του πλοίου οι έρευνες προσανατολίζονται στην περίπτωση το σκάφος να ναυπηγήθηκε στις ακτές της Καμπανίας. Τα δείγματα από ξύλο και η εξάρτηση του πλοίου, που αναλύθηκαν από ειδικούς, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και ο ιδιοκτήτης είχε την ίδια καταγωγή.
Το πλοίο, συμπέραναν οι μελετητές, μετέφερε έργα τέχνης από την Αθήνα στη Ρώμη μετά από εντολή πλούσιου αγοραστή και βυθίστηκε ανοικτά της Τυνησίας, πιθανότατα λόγω κακών καιρικών συνθηκών σε συνδυασμό με τις δυνατότητες πλοήγησης και τις τεχνικές ναυπηγικής της εποχής.

Το ναυάγιο του Ουλουμπουρούν

Τη μεγαλύτερη και πλουσιότερη συλλογή εμπορευμάτων της Εποχής του Χαλκού έφεραν στο φως έρευνες που πραγματοποιήθηκαν από το Ινστιτούτο Ναυτικής Αρχαιολογίας, τα χρόνια 1984-1994, στο ναυάγιο του Ουλουμπουρούν στο Κας της Τουρκίας. Οι αρχαιολόγοι βρήκαν το πλοίο να έχει κατακαθίσει σε μια βραχώδη πλαγιά σε βάθος περίπου 52μ. ενώ τριγύρω ήταν διασκορπισμένα διάφορα αντικείμενα σε βάθος 60μ. Το πλοίο, που ήταν κατασκευασμένο από κέδρο, είχε μήκος 15μ. και ήταν φτιαγμένο με έναν τρόπο συνήθη για την εποχή. Οι τεχνίτες, δηλαδή, είχαν κατασκευάσει πρώτα το κέλυφος του σκαριού, ενώ συνδέσεις με μόρσα και καβίλιες ένωναν σταθερά τις ενώσεις μεταξύ τους και με την καρίνα. Το φορτίο του πλοίου, που προοριζόταν για κάποιον πλούσιο ηγεμόνα, αποτελείτο από ακατέργαστες πρώτες ύλες, ενώ το κυρίως φορτίο, βάρους 10 τόνων, από κυπριακό χαλκό σε μορφή τετράγωνων χυτών πλακών και μικρότερων δισκοειδών κομματιών. Επίσης στο κατάστρωμα ήταν φορτωμένος ένας τόνος κασσίτερου σε παρόμοια σχήματα.Τη μεγαλύτερη παρτίδα κατεργασμένων αντικειμένων στο πλοίο αποτελούσαν κυπριακά πήλινα σκεύη. Ανάμεσά τους υπήρχαν εννιά αποθηκευτικοί χώροι. Δύο από αυτούς περιείχαν λεπτά κυπριακά κεραμικά, ένας ρόδια και ένας άλλος ελαιόλαδο. Μέρος του φορτίου αποτελούσαν επίσης βραχιόλια από ασήμι της Χαναάν και χρυσά περιδέραια, μπρούντζινοι λέβητες και κύπελα, χρυσός και ασήμι σε τρίμματα.
Σημειώνεται δε ότι ανάμεσά τους βρέθηκε ο μοναδικός φημισμένος σκαραβαίος που φέρει το όνομα της βασίλισσας Νεφερτίτης!
Μεταξύ άλλων αντικειμένων βρέθηκαν στο ναυάγιο δύο δοχεία καλλυντικών σε σχήμα πάπιας, δοχεία από κασσίτερο και καβούκια χελώνας που θα γίνονταν σώμα εγχόρδων οργάνων. Βρέθηκαν ακόμη όπλα για την προστασία του πληρώματος, τρόφιμα και μολύβδινα βαρίδια για τα δίχτυα και άλλα σύνεργα ψαρέματος.Παρότι το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου ήταν κυπριακής και συρο-παλαιστινιακής προέλευσης οι μελετητές δεν είναι βέβαιοι για την εθνικότητα του πλοίου. Ένα γυναικείο ειδώλιο συρο-παλαιστινιακής προέλευσης εικάζεται ότι ήταν της προστάτιδας θεάς του πλοίου.Το ναυάγιο του Ουλουμπουρούν για τη χρονολόγηση της Ύστερης Εποχής του Χαλκού έχει σημασία πολυδιάστατη. Μερικά από τα αγγεία που βρέθηκαν εκεί αποτέλεσαν «πυξίδες» για τους αρχαιολόγους που προσπαθούν να χρονολογήσουν ανάλογο υλικό από δικά τους ευρήματα της Εποχής του Χαλκού.

Πηγές
• «Under the Mediterranean», της Honor Frost, εκδ. Routledge & Kegan Paul, London 1963.
• «The archaeology of ships», του Paul Johnstone, εκδ. The Bodley Head, London 1974.
• «Βουτιά στα Περασμένα», Υποβρύχια Αρχαιολογία του Χανς–Βολφ Ρακλ, με παράρτημα για την υποβρύχια αρχαιολογία στην Ελλάδα του αρχαιολόγου Χ. Κριτζά. Εκδ. Gutenberg, 1978.
«Maritime Archeology», του Keith Muchelroy, εκδ. Cambridge University Press. 1978.