ΘΑΝΑΤΟΙ ΒΑΣΙΛΕΩΝ

Σε όλες τις περιπτώσεις, η απώλεια  ζωής των βασιλέων της Ελλάδας σηματοδότησε την έξαρση της δημοτικότητας του βασιλικού θεσμού, προσωρινή έστω, δημιουργώντας, όμως, σε κάποιες περιπτώσεις και προβλήματα διαδοχής. Το μελέτημα που ακολουθεί εστιάζει το ερευνητικό του ενδιαφέρον πιο πολύ στην ανθρώπινη πλευρά της πάλης του αδύναμου, έστω και βασιλικού, σαρκίου, με τον παντοδύναμο δρεπανηφόρο θεό του Κάτω Κόσμου.

Ο άνθρωπος, είτε φοράει βασιλική τήβεννο, είτε το απλό ένδυμα του «κοινού» ανθρώπου, μπροστά στο βιολογικό τέλος στέκει ανίσχυρος και περιδεής, εκδηλώνοντας κάποιες πλευρές του χαρακτήρα του που οδηγούν στη μετάσταση άλλοτε με αξιοπρέπεια, άλλοτε με δειλία και άλλοτε με συμπεριφορά ανάξια του ανθρώπου.

 

 Γεώργιος Α’: Θύμα ενός αναρχικού και ανισόρροπου δολοφόνου

Ο Γεώργιος Α’, αν του έπρεπε ένας φυσιολογικός θάνατος, θα ήταν ο πιο ευτυχισμένος βασιλιάς της Ελλάδας. Όμως κι έτσι, που χέρι δολοφονικό έκοψε βίαια το νήμα της μακρόχρονης ζωής του, πρόλαβε να ζήσει και να χαρεί τον υπερδιπλασιασμό των εδαφών του βασιλείου του, τη δόξα του μεγάλου γιου του στρατηλάτη Κωνσταντίνου, την κατάληψη θέσεων ηγετικών κι από άλλους γιους του, όπως την ανάληψη της διοίκησης της Θεσσαλονίκης από τον πρίγκιπα Νικόλαο κ.ά., χωρίς να λογαριάσουμε την αρμονική οικογενειακή ζωή του.

Ο Γεώργιος Α’, όσο συνεχίζονταν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, έσπευσε να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, για να προσθέσει την εγγύηση της βασιλικής παρουσίας του σε μια νεοκαταληφθείσα πόλη νευραλγικής σημασίας, που την εποφθαλμιούσαν ακόμη οι Βούλγαροι. Ο άνακτας συνήθιζε κάθε απόγευμα, μετά το μεσημεριανό φαγητό, να κάνει τον περίπατό του, παίρνοντας στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας. Το απόγευμα της μοιραίας 5ης/18ης Μαρτίου 1913, κάποιος Σερραίος, ονόματι Αλέξανδρος Σχινάς, διέλαθε της προσοχής της βασιλικής φρουράς, πλησίασε τον γηραιό βασιλιά από πίσω και τον πυροβόλησε με περίστροφο μια μόνο φορά. Όμως το τραύμα ήταν καίριο και ο πυροβοληθείς, μεταφερόμενος στο νοσοκομείο, εξέπνευσε. Ο δολοφόνος οδηγήθηκε στο Διοικητήριο και υποβλήθηκε σε παρατεταμένη και εξουθενωτική ανάκριση. Οι ανακριτικές αρχές ήθελαν να μάθουν ποια ήσαν τα κίνητρα του δράστη κι αν πίσω απ’ αυτόν κρύβονταν εντολείς ή ηθικοί αυτουργοί. Εκείνος σιωπούσε πεισματικά και μια από τις κατοπινές ημέρες ρίχτηκε από το παράθυρο του Διοικητηρίου και έδωσε τέρμα στη ζωή του.

Η άρνησή του να αποκαλύψει το «μυστικό» του τροφοδότησε τη λαϊκή φαντασία με την υποψία ότι πίσω από τον δράστη κρυβόταν βουλγαρική ενέργεια. Μετά τον Διχασμό, μάλιστα, διατυπώθηκε και η θεωρία, την οποία υποστήριξαν και κάποιοι σοβαροί μελετητές της ζωής των βασιλέων, ότι δολοφονία του βασιλιά ήταν η πραγματοποίηση ενός γερμανικού σχεδίου, να βγει από τη μέση ο αγγλόφιλος Γεώργιος και να ανεβεί στον θρόνο, ενόψει του πολέμου, ένας γερμανόφιλος βασιλιάς, ο Κωνσταντίνος. Αλλά γιατί να εξοντωθεί ο γηραιός Γεώργιος, όταν όλοι γνώριζαν ότι είχε αποφασίσει να παραιτηθεί υπέρ του «σθεναρού» πρωτότοκου γιου του τον Οκτώβριο του 1913, όταν συμπληρωνόταν η πεντηκονταετηρίδα της βασιλείας του (η πρόθεση του άνακτα είχε διαρρεύσει, σύμφωνα με τα όσα γράφει στη βιογραφία του ο προσωπικός φίλος και βιογράφος του Ου. Κρίσμας).

Η αυτοκτονία του δολοφόνου Σχινά αγνωστοποίησε τα ελατήρια της δολοφονίας και έκανε πιο λογικοφανή την εξήγηση ότι ο δολοφόνος ήταν αναρχικός και σίγουρα ανισόρροπος, που το μόνο κίνητρο της πράξης του ήταν να αποκτήσει υστεροφημία από μιαν έστω ειδεχθή αλλά υψηλής στόχευσης πράξη. Ποιος λογικός άνθρωπος, εκτελεστής ενός σχεδίου και πληρωμένος φονιάς, δεν θα φρόντιζε να επιζήσει για να καρπωθεί τα οικονομικά οφέλη της πράξης του;

Η δολοφονία του πρώτου άρχοντα της χώρας είχε τις επιπτώσεις της. Κατ’ αρχήν, επειδή επιστεύετο ότι ο δολοφόνος ήταν ξένος και, το πιθανότερο, όργανο των Βουλγάρων, υπήρχε ένας οξύς ερεθισμός της κοινής γνώμης που αξίωνε αντίποινα εις βάρος του βουλγαρικού στοιχείου. Η ευτυχής έμπνευση του διοικητή της Θεσσαλονίκης πρίγκιπα Νικολάου να διαδοθεί από όργανα της Αστυνομίας και της φρουραρχίας, ότι ο δράστης είναι Έλληνας, συνετέλεσε στην εκτόνωση της κατάστασης.

Ο ίδιος ο πρίγκιπας, μέσω τηλεγραφημάτων, στη σύνταξη των οποίων βοήθησε ο φίλος του ανταποκριτής των «Τάιμς» Κρώφορντ–Πράις, ενημέρωσε τους πολλούς συγγενείς της βασιλικής οικογένειας στην Ευρώπη.

Τον διάδοχο του θρόνου, ενημέρωσε ο Βίκτωρ Δούσμανης. «Συνεκινήθη πολύ, έκλαυσε και έμεινε σιωπηλός», γράφει ο ίδιος. Αμέσως αναχώρησε, για λόγους ασφαλείας, μέσω Κρυονερίου για Θεσσαλονίκη «συγκινημένος και ωχρός», ενώ οι πάντες τον συλλυπούνταν, αλλά και τον συνέχαιραν. Η χήρα βασίλισσα Όλγα και οι βασιλόπαιδες μετέβησαν στη Θεσσαλονίκη με το ρωσικό πλοίο «Ουράλετς». Ο νέος βασιλιάς ορκίστηκε σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής (την ενδεκάτη πρωϊνή της 8ης/21ης Μαρτίου) και αμέσως αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη, με την «Αμφιτρίτη», τη βασιλική θαλαμηγό. Με το ίδιο πλοίο μεταφέρθηκε η σορός του νεκρού βασιλιά, συνοδευόμενη από τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τη βασιλική οικογένεια (μεσημέρι της 12ης/25ης Μαρτίου). Την «Αμφιτρίτη» συνόδευαν ο «Πάνθηρ», η «Νέα Γενεά» και η «Σφενδόνη». Αλλά και πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η κηδεία έγινε με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια στις 20 Μαρτίου/2 Απριλίου. Όλη η πρωτεύουσα είχε πλημμυρίσει από ανθρώπους οι οποίοι, παρά τη γενικότερη διάθεση χαράς για τη νίκη στους Βαλκανικούς και την εμπιστοσύνη που τους ενέπνεε ο νέος βασιλιάς, δεν μπορούσαν να κρύψουν τη θλίψη τους για την απώλεια ενός συνετού και σώφρονος εστεμμένου, ο οποίος γνώριζε άριστα τους Έλληνες, τους συμπαθούσε και πάσχισε για το καλό της χώρας, παρά το γεγονός ότι συχνά παρεξέκλινε από το αυστηρό πνεύμα της κοινοβουλευτικής βασιλείας. Ο βασιλιάς Γεώργιος Ε’ της Αγγλίας, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του, έγραψε: «...πολύ τρομερόν. Ήμουν αφοσιωμένος εις αυτόν, και θα είναι μεγάλη απώλεια για την Ελλάδα». Η εκτίμηση ότι, αν ζούσε ο Γεώργιος Α’, κατά την έναρξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, ίσως είχε αποφευχθεί ο Διχασμός, αποτελεί μια εκ των υστέρων δικαίωση.

 

Κωνσταντίνος Α’ : Το άδοξο τέλος ενός ένδοξου στρατηλάτη

Ο δαφνοστεφής στρατηλάτης των Βαλκανικών Πολέμων, Κωνσταντίνος, ο γερμανόφιλος συγγενής και θαυμαστής του κάιζερ, ο ενσαρκωτής της πολιτικής ουδετερότητας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ένας από τους δυο μοχλούς του επάρατου Διχασμού (ο άλλος μοχλός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος), ο βασιλιάς που έφερε το «στίγμα» (όχι όμως και την ευθύνη) της Μικρασιατικής Καταστροφής, είχε άδοξο θάνατο. Θύμα κι αυτός της επανάστασης των συνταγματαρχών Ν. Πλαστήρα και Στ. Γονατά (με τη σύμπραξη του αντιπλοίαρχου Δ. Φωκά) υποχρεώθηκε να παραιτηθεί υπέρ του Διαδόχου και να εγκαταλείψει τη χώρα, δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια (1917-1922). Του εστάλη μάλιστα και σχετικό τελεσίγραφο από τους επαναστάτες. Ο άλλοτε «σθεναρός» βασιλιάς, καταπονημένος σωματικά και ψυχικά, δεν έδειξε καμιά διάθεση αντίστασης· παραιτήθηκε και αναχώρησε οικογενειακά για το Παλέρμο, σε ξενοδοχείο του οποίου πέθανε ξαφνικά και άδοξα στις 29 Δεκ. 1922 (11 Ιαν. 1923) «ο με τόσα το έθνος θρέψας όνειρα, όταν εγεννήθη», όπως γράφει και ο Σπ. Μαρκεζίνης στην «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος» (τόμ. 4ος, σελ. 324). Η σορός του τοποθετήθηκε στην κρύπτη της Ρωσικής Εκκλησίας της Φλωρεντίας. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, στις 17 Νοεμβρίου 1936, κατέπλευσε από το Μπρίντιζι στον Πειραιά το θωρηκτό «Αβέρωφ», με τα οστά του βασιλιά Κωνσταντίνου και των βασιλισσών Όλγας και Σοφίας, για να τοποθετηθούν στους βασιλικούς τάφους της Δεκέλειας. Η όλη τελετή είχε  οργανωθεί με προσωπική επιμέλεια του ίδιου του βασιλιά Γεωργίου Β’ και έγινε με πρωτοφανή για την Ελλάδα τάξη και μεγαλοπρέπεια. Υπήρξαν βέβαια κάποιες αντιδράσεις από την πλευρά μερίδας παλαιών δημοκρατικών, αλλά εξουδετερώθηκαν στη γέννησή τους. Πριν από τον ενταφιασμό οι σοροί, φερόμενες σε κιλλίβαντες πυροβόλου και συνοδευόμενες από ευζώνους της ανακτορικής φρουράς, μεταφέρθηκαν στον Μητροπολιτικό Ναό για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Την πομπή προς τη Δεκέλεια ακολούθησαν πεζή (εκτός από τις πριγκίπισσες) όλοι οι επίσημοι, με φράκο και παράσημα, από τη Μητρόπολη ως τη συμβολή της Πατησίων με τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Από εκεί ως τη Δεκέλεια συνόδευαν την πομπή όσοι επρόκειτο να παραστούν στην τελετή της ταφής, δηλαδή ο διάδοχος Παύλος και οι βασιλόπαιδες Νικόλαος, Ανδρέας και Χριστόφορος, που αποτελούσαν την τιμητική φρουρά των σορών.

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αρρώστιες που έφθειραν τον οργανισμό του και τον έφεραν βαθμιαία και νωρίς στον θάνατο και πιο συγκεκριμένα εκείνη του τέλους Απριλίου και των αρχών Μαΐου 1915. Σε περίοδο δηλαδή πολιτικής αστάθειας, με την κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη να δίνει αγώνα επιβίωσης, εν μέσω πιέσεων των ευρωπαϊκών Δυνάμεων της Συνεννόησης (Αντάντ), να εξέλθει η χώρα μας από την ουδετερότητά της παρά το πλευρόν τους, διαφωνιών με τον άνακτα, και της προκήρυξης εκλογών για την 31η Μαΐου/13η Ιουνίου 1915.

 Την τελευταία λοιπόν εβδομάδα του Απριλίου (με το παλιό ημερολόγιο) ο βασιλιάς αρρωσταίνει από πλευρίτιδα. Στην αρχή η ασθένεια δεν εμπνέει ανησυχία, ο Κωνσταντίνος εξακολουθεί να εργάζεται και να συνεργάζεται, με πυρετό και χωρίς διάθεση. Επειδή η πλευρίτιδα του Κωνσταντίνου υποτροπίαζε συχνά και ήταν μια μόνιμη σχεδόν κατάσταση της υγείας του, πολλοί έγραφαν αναρωτώμενοι κατά πόσον οι εξάρσεις της νόσου τον επηρέαζαν στην ορθότητα των αποφάσεών του.

 Πολύτιμη πηγή για την κατάσταση της υγείας του βασιλιά και για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε γύρω από τον ασθενούντα, είναι το «Ημερολόγιον» του εμπίστου του, Γεωργίου Στρέιτ. Απ’ αυτή την τόσο αξιόπιστη πηγή μαθαίνουμε ότι καθημερινά η υγεία του Κωνσταντίνου χειροτέρευε, με αποτέλεσμα τη μείωση του βουλητικού του ως την πλήρη αχρήστευσή του, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα. Η κατάσταση της υγείας του πέρασε από τρία στάδια. Κάθε μέρα χειροτέρευε, φτάνοντας στο σημείο να εμπνέει ανησυχίες:

«Ο Βασιλεύς δεν δεικνύει βελτίωσιν από χθες. Ο Αναστασόπουλος (ο προσωπικός ιατρός του βασιλέως) δεν μοι φαίνεται αρκετά ευχαριστημένος. Υπάρχει φαίνεται και η πνευμονική εστία ανησυχούσα τους ιατρούς. Ο πυρετός δεν είναι μέγας, αλλά δεν πίπτει διόλου. Η Βασίλισσα ουδέ στιγμήν αφίνει τον Βασιλέα, όστις επιθυμεί να έχη αυτήν διαρκώς πλησίον του» (σημείωση της 7ης/20ής Μαΐου 1915).

Του έγιναν παρακεντήσεις, οι οποίες τον ανακούφισαν προσωρινά, αλλά η αναμενόμενη θεαματική βελτίωση δεν ερχόταν. Ο λαός παρακολουθούσε τα ιατρικά ανακοινωθέντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ο βασιλιάς εξακολουθούσε να είναι δημοφιλής σε μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Ψάλλονται δεήσεις σε όλες τις εκκλησίες και τελικά αποφασίζεται η μεταφορά από την Τήνο της θαυματουργής εικόνας της Ευαγγελίστριας (13/26 Μαΐου). Η εικόνα έφτασε στον Πειραιά. Εκεί την υποδέχθηκε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και τη μετέφερε στη Μητρόπολη των Αθηνών ανάμεσα από ένα πλήθος που οδοιπορούσε με μεγάλη κατάνυξη, ακολουθώντας την εικόνα. Μετά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας η εικόνα εκομίσθη στα ανάκτορα των Αθηνών και τοποθετήθηκε στο δωμάτιο του βασιλιά. Και συνεχίζει ο Γ. Στρέιτ:

«Εν τω μεταξύ περί τας  2 μ.μ. η πομπή της εικόνας φθάνει πλησίον των Ανακτόρων. Εξέρχονται δε εις προϋπάντησιν του Μητροπολίτου, φέροντος την εικόνα, μέχρι της οδού Ηρώδου ολόκληρος η Βασιλική Οικογένεια, συμπεριλαμβανομένων και των μικρών πριγκιπισσών, το Υπουργικόν Συμβούλιον και οι Αυλικοί. Το πλήθος γονατίζει όταν διέρχεται η Εικών και προσεύχεται με σιγαλήν φωνήν. Μόλις ως μέγας ψίθυρος ακούεται, δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, άνευ συνωστισμού περικυκλούντων τα Ανάκτορα..... Ο Διάδοχος συγκεκινημένος προχωρεί και παραλαμβάνει την εικόνα από των χειρών του Μητροπολίτου ―ην πάντες ασπάζονται― μεταφέρει δε αυτήν εις τα Ανάκτορα, όπου την παραδίδει εις την Βασίλισσαν, ίνα την εισαγάγη εις το δωμάτιον του Βασιλέως.....».

Στις 5 μ. μ. γίνεται γνωστό ότι έχει σημειωθεί βελτίωση στην κατάσταση της υγείας του βασιλιά και, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ακόμη μεγαλύτερη. Στις 2.30, έσπασε εσωτερικά το απόστημα και άρχισε να τρέχει άφθονο πύον. Όλοι τότε μίλησαν για θαύμα. Ακόμη και οι γιατροί Μαρίνος Γερουλάνος, χειρουργός, και Αντώνιος Χρηστομάνος, παθολόγος, το παραδέχθησαν και ενημέρωσαν σχετικά τον πρωθυπουργό.

Μετά την ως «εκ θαύματος» μεταμεσονύκτια βελτίωση, ακολουθεί νέα επιδείνωση εξαιτίας αλλεπάλληλων επιπλοκών. Προσεκλήθησαν διαπρεπείς ξένοι ιατροί, ο παθολόγος και διευθυντής της Β’ ιατρικής κλινικής του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, Φρειδερίκος Κράους και ο χειρουργός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης, Αντώνιος Άϊσελμπεργκ (23 Μαΐου/5 Ιουνίου). Και οι δυο είναι ανήσυχοι, περισσότερο ο Κράους, αλλά και οι Έλληνες μεγαλογιατροί. Ιδιαίτερα απαισιόδοξος είναι ο Κων. Μέρμηγκας. Αποφασίζεται να γίνει εγχείρηση. Μετά από λίγες μέρες η κρίση περνάει. Η τρίτη αυτή φάση της ανάρρωσης είναι βαρύτατη. Ο δε κλονισμός της υγείας του Κωνσταντίνου από τη νόσο εκείνη ανεπανόρθωτος (κατά τις εκτιμήσεις του Γ. Στρέιτ και του Επ. Μάλαινου). Ο Σπυρ. Μαρκεζίνης εκφράζει τη βεβαιότητα ότι ο κλονισμός αυτός άσκησε επίδραση στα γεγονότα που ακολούθησαν. Όταν ο έκπτωτος, μετά την 1/14 Ιουνίου 1917, βασιλιάς βρισκόταν στην Ελβετία αρρώστησε και πάλι βαρύτατα. Και το 1921, κατά την παραμονή του στην Προύσα, κινδύνευσε και πάλι σοβαρά από πλευρίτιδα. Και επιμένει ο Σπ. Μαρκεζίνης στην «Πολιτική Ιστορία» του:

«Ενδείκνυται ως εκ τούτου, ως και προηγουμένως ετονίσθη, εις την εκτίμησιν της δράσεως του Κωνσταντίνου από της περιόδου εκείνης να λαμβάνεται σοβαρώς υπ’ όψιν κάθε τι αφορών την υγείαν του ως επιβαρυντικόν σύνδρομον και των ψυχολογικών του αντιδράσεων. Πάντων δε το σπουδαιότερον η μνημονευθείσα συνέπεια εις την εξασθένησιν της θελήσεώς του».

 

Αλέξανδρος Α’: Το μοιραίο δάγκωμα μιας ερωτευμένης μαϊμούς

Ο ωραίος και αθλητικός γιος του Κωνσταντίνου και της Σοφίας, στον οποίο επιβλήθηκε να βασιλεύσει μετά τον Διχασμό, την πρώτη εξορία του πατέρα του και κατά τη διάρκεια της νικηφόρας «εξόδου» της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων (έξοχος πολιτικός ελιγμός του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος, αφενός μεν ήθελε να «κατευνάσει» την οργή των Αγγλογάλλων κατά του γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου, αφετέρου δε να κρατήσει «ζωντανή» τη συνταγματική μοναρχία στη χώρα μας, στο πρόσωπο ενός βασιλικού γόνου, διατεθειμένου να ακολουθήσει τη φιλοσυμμαχική πολιτική του) έμελλε να έχει απρόβλεπτο, «παράλογο» και τραγικό θάνατο.

Όλα άρχισαν ένα γελαστό πρωινό (17/30 Σεπτ. 1920) στο κτήμα του Τατοΐου. Ο Αλέξανδρος, ευτυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε (είχε συμμετάσχει στα επινίκια μια νίκης των ελληνικών όπλων στην οποία είχε συμβάλει, είχε νυμφευθεί την αγαπημένη του αστή Ασπασία Μάνου, την «Μπίκα» του, με «κρυφό» γάμο και ανεμένετο να γίνει πατέρας σε λίγους μήνες· υπάρχει σχετική φωτογραφία σε παραλία των Σπετσών, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η «Μπίκα» είναι έγκυος) έκανε τον συνηθισμένο περίπατό του με την «Πακάρ» του, στο πίσω κάθισμα της οποίας ορθωνόταν υπερήφανο το αγαπημένο του αλσατικό λυκόσκυλο, ο «Φριτς», δώρο των Άγγλων στρατιωτών του βαλκανικού μετώπου προς τον βασιλέα. Είχε προηγηθεί ένα άγριο μάλωμα του Φριτς από το αφεντικό του, γιατί το λυκόσκυλο, παίζοντας τρελά, είχε παρασύρει και είχε σπάσει τον μεγάλο καθρέπτη του υπνοδωματίου του νεαρού άνακτα. Τώρα, όμως, άνθρωπος και ζώο είχαν συμφιλιωθεί και απολάμβαναν τον περίπατό τους. Το πεπρωμένο του βασιλιά τον οδηγεί στο ξύλινο σπιτάκι του Γερμανού Στουρμ, επόπτη του βασιλικού κτήματος. Ξαφνικά ο Φριτς πηδάει στο έδαφος και ορμάει εναντίον μιας θηλυκιάς μαϊμούς, ράτσας μαγώτος (magotos).

 Ο Αλέξανδρος κινείται αποφασιστικά να αποσπάσει τη μαϊμουδίτσα από το στόμα του λυκόσκυλου. Και τότε αισθάνεται ένα δυνατό πόνο ψηλά στην αριστερή γάμπα (τη γαστροκνημία, όπως την ονομάζει ο γιατρός βιογράφος του Αλέξ. Λ. Ζαούσης). Ήταν ο αρσενικός μαγώτος, ο Μόριτς, που όρμησε εξαγριωμένος να υπερασπιστεί την «αγαπημένη» του. Ο Αλέξανδρος έσπρωξε βίαια τη μαϊμού και αυτή τον δαγκώνει και στο χέρι. Ο βασιλιάς σφαδάζει από τους πόνους.

Το τραύμα στο χέρι είναι επιπόλαιο. Η δαγκωματιά όμως στο πόδι από τα δρεπανοειδή και μολυσμένα δόντια του Μόριτς είναι βαθιά και επικίνδυνη, όπως αποδείχθηκε. Το εξαγριωμένο ζώο του είχε μασήσει τη σάρκα. Ο Στουρμ σπεύδει και αποσπά τον μαγώτο από το κορμί του κάτωχρου βασιλιά που αισθάνεται δυνατούς πόνους. Ο Αλέξανδρος μεταφέρεται πρώτα στη «βίλα Στουρμ», όπου του προσφέρονται οι πρώτες βοήθειες κι έπειτα στην κρεβατοκάμαρά του στα Ανάκτορα Τατοΐου. Το τραύμα του ποδιού αιμορραγεί ακατάσχετα. Φροντίδα του βασιλιά είναι να μη διαρρεύσει το συμβάν και περιπέσει στη χλεύη εκείνων που θα ήσαν πρόθυμοι να σαρκάσουν το κωμικοτραγικό γεγονός ότι τον εστεμμένο τον δάγκωσε μαϊμού.

 Τηλεφωνεί μονάχα στον έμπιστό του υπολοχαγό Στέφανο Μεταξά και του ζητάει να του φέρει ένα γιατρό με άφθονο επιδεσμικό υλικό. Ο Μέρμηγκας, διακεκριμένος καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (με λαμπρές σπουδές στη Γερμανία), φτάνει στο Τατόι και εξετάζει προσεκτικά τα τραύματα παρουσία και της Ασπασίας, η οποία έχει ειδοποιηθεί από το σπίτι του Ζαλοκώστα και έχει ανεβεί κι αυτή, ανήσυχη σφόδρα, στα ανάκτορα.

Ο Μέρμηγκας πλένει τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη που εθεωρείτο ως άριστο αντισηπτικό και συμμαζεύει τις πολτοποιημένες μυικές μάζες με γάζες εμποτισμένες στο ιώδιο. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει σε μιαν εποχή που δεν υπήρχαν αντιβιοτικά. Το τραύμα του ποδιού παρουσιάζει φοβερή όψη με τις πολτοποιημένες σάρκες και τους «μασημένους» τένοντες. Ο νεαρός βασιλιάς έχει μπει σε μια επικίνδυνη περιπέτεια, η οποία, παρά τις σχεδόν υπεράνθρωπες προσπάθειες της επιστήμης, θα τον οδηγήσει στον θάνατο.

Δίνουμε όσο γίνεται πιο προσεκτικά τα βασικότερα στοιχεία τούτης της πορείας που κράτησε σε αγωνιώδη διέγερση το βασιλικό περιβάλλον, τους αυλικούς, τον ιατρικό κόσμο της Ελλάδας, αλλά και της Εσπερίας, την πολιτική ηγεσία και φυσικά τον ελληνικό λαό, που στην αρχή από ακριτομύθιες και στη συνέχεια από επίσημα ανακοινωθέντα παρακολουθεί συγκλονισμένος την περιπέτεια της υγείας του λαοφιλούς βασιλιά Αλέξανδρου. Πηγή μας το βιβλίο του Αλέξ. Λ. Ζαούση «Αλέξανδρος και Ασπασία», 1915-1920, Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2002, όπου αξιοποιείται μια προγενέστερη πλούσια βιβλιογραφία.

Πρώτη νύχτα μετά το δάγκωμα: Ο Αλέξανδρος ξυπνάει από τους πόνους, αλλά το πρωί είναι απύρετος. Η μόνη αιτία ανησυχίας του γιατρού Μέρμηγκα η κάποια ερυθρότητα που διαπιστώνει, όταν αλλάζει τους επιδέσμους του τραύματος.

Τις τρεις επόμενες νύχτες: Ο ασθενής παρουσιάζει ανερχόμενο πυρετό που φτάνει ως τους 39ο .

Την πέμπτη ημέρα: Αναβλύζει από το τραύμα πύον. Για τον γιατρό, αυτό θεωρείται κακό σημάδι. Το μαθαίνει η κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που έχει αδυναμία στον άνακτα, και καλείται συνέδριο με του κορυφαίους γιατρούς της χώρας (πέντε γιατροί στην αρχή και κατόπιν οκτώ). Κάθε μέρα το ιατρικό συμβούλιο εκδίδει δελτίο που δημοσιεύεται στον Τύπο. Η περιγραφή της νόσου είναι ακριβής αλλά υπάρχει πάντα και μια νότα αισιοδοξίας. Κατά τους μεγαλογιατρούς ο πυρετός και τα άλλα συμπτώματα οφείλονται σε περιορισμένη τοπική μόλυνση.

Ο μικροβιολόγος καθηγητής Κων. Σάββας εντοπίζει μέσα στο πύον και απομονώνει το μικρόβιο του στρεπτόκοκκου. Στο μεταξύ η φλεγμονή έχει αρχίσει να απλώνεται προς τους βουβωνικούς λεμφαδένες, τις λεγόμενες «ελιές» και οι χειρουργοί αναγκάζονται να διευρύνουν τα τραύμα της γάμπας, κάθε φορά και πιο πολύ. Οι οδυνηρές αυτές επεμβάσεις θα καταντήσουν εφιάλτης για τον ασθενή.

Δυο μέρες υστερότερα: Ο πυρετός φθάνει τους 40ο, ενώ η φλεγμονή δεν υποχωρεί, όπως αναμενόταν. Και τότε ο γιατρός Φωκάς εκφράζει τις υποψίες του, ό,τι ακριβώς δεν ήθελαν να ακούσουν οι γιατροί του ιατρικού συμβουλίου: «Κύριοι, βρισκόμαστε ενώπιον αρχομένης σηψαιμίας!». Αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο να κόψουν το πόδι του πιο ωραίου εστεμμένου της Ελλάδας, αλλά πρώτη αντιδρά η Ασπασία που δεν έχει λείψει στιγμή από το πλευρό του Αλέξανδρου, φορώντας λευκή στολή νοσοκόμας. Κυριολεκτικά είναι ο λευκός του, ο παρήγορός του άγγελος.

Σε τούτη την κρίσιμη φάση ο πιστός φίλος του Αλέξανδρου, Χρήστος Ζαλοκώστας, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Σπεύδει στο σπίτι του Βενιζέλου και του εξηγεί λεπτομερώς την κατάσταση. Ο πρωθυπουργός διατάσσει να κληθεί επειγόντως από το Παρίσι ο Γάλλος καθηγητής Φερδινάνδος Βιντάλ, ειδικός στις λοιμώξεις.

Δεκατρείς ημέρες μετά την εκδήλωση της νόσου: Φτάνει στο Τατόι, με ελληνικό αντιτορπιλικό, μέσω Μπρίντιζι, ο Βιντάλ. Εξετάζει αμέσως τον Αλέξανδρο, ο οποίος παραδόξως την ημέρα εκείνη, παρουσιάζει μιαν έντονη αναλαμπή. Ο Παριζιάνος, όμως, γιατρός δεν ξεγελιέται. Στη συνάντηση με τους συναδέλφους του τους δηλώνει απερίφραστα ότι ο βασιλιάς δεν πρόκειται να ζήσει περισσότερο από τέσσερις ημέρες. Ο Βιντάλ βέβαια δεν μένει με σταυρωμένα χέρια. Εφαρμόζει τη μέθοδο του «αυτοεμβολίου», εμβολίου δηλαδή από το πύον του ασθενούς προς παραγωγή αντισωμάτων, που όμως αποτυγχάνει.

Εικοστή τρίτη ημέρα (10 Οκτωβρίου 1920 με το παλιό ημερολόγιο): Μετακαλείται ένας ακόμη σπουδαίος γιατρός της Εσπερίας, ο καθηγητής ― χειρουργός Πιερ Ντελμπέ. Ο Ντελμπέ βρίσκει τον Αλέξανδρο σε απελπτιστική κατάσταση. Η σηψαιμία έχει προσβάλει και τον ένα πνεύμονά του. Κάνει συνεχώς αιμοπτύσεις. Ο Ντελμπέ βεβαιώνεται και αυτός ότι ο άτυχος βασιλιάς έχει προσβληθεί από αναερόβιο στρεπτόκκοκο και, ως εκ τούτου, είναι καταδικασμένος (ο στρεπτόκοκκος και σήμερα ακόμη, εποχή των αντιβιοτικών, δύσκολα θεραπεύεται).

Νύχτα της 11ης προς τη 12η Οκτωβρίου: Ο Αλέξανδρος πέφτει σε κώμα. Με όση δύναμη του απομένει τραβάει την Ασπασία, που ξαγρυπνάει στο πλευρό του, και κρύβεται στην αγκαλιά της σαν τρομαγμένο παιδί.

Η δωδεκάτη Οκτωβρίου είναι η τελευταία ημέρα της ζωής του άτυχου βασιλιά. Με το ξημέρωμα βυθίζεται σε παραλήρημα. Βλέπει όνειρα, τα οποία εξηγεί στους γιατρούς με μισοσβησμένη φωνή. Πρώτα ονειρεύεται τον αγαπημένο του παππού Γεώργιο Α’ κι ύστερα τον πόλεμο (διατάσσει μάλιστα κατ’ όναρ τον υπασπιστή του Βασιλάκη Μελά να του φέρει το τελευταίο πολεμικό ανακοινωθέν). Έπειτα ζητάει από την Μπίκα του να του φωνάξει τον Μήτσο, τον οδηγό, κι όταν αυτός παρουσιάζεται, του δίνει εντολή να ετοιμάσει το αυτοκίνητο (για τον Μήτσο διαδόθηκε αργότερα πως δεν άντεξε τη μεγάλη θλίψη και αυτοκτόνησε).

Στις τέσσερις το απόγευμα ψιθυρίζει το όνομα της γυναίκας του «Μπίκα...» και αφήνει την τελευταία του πνοή. Η Ασπασία βγάζει μιαν απελπισμένη κραυγή:

―Αλέκο μου, πού μ’ αφήνεις.....

Την ίδια μέρα η κυβέρνηση εκδίδει και δημοσιεύει «διάγγελμα επί τω θανάτω του Βασιλέως Αλεξάνδρου». «Προς τον λαόν. Μετά βαθυτάτης οδύνης το Υπουργικόν Συμβούλιον αγγέλλει εις τον λαόν τον θάνατον της Α. Μεγαλειότητος του Βασιλέως Αλεξάνδρου, επελθόντα σήμερον, ώραν 4ην και 10’ μ.μ. Την οδύνην καθιστά οξυτέραν όχι μόνον τον νεαρόν της ηλικίας του αγαθού Βασιλέως, αλλά και το ότι δεν επέζησε να βασιλεύση Ελλάδος, ήτις τοσούτον εμεγαλύνθη επί των ημερών αυτού...». Στο ίδιο διάγγελμα γίνεται λόγος και για την ανάγκη αντικατάστασης του βασιλιά από αντιβασιλέα. Πράγματι, ο Ελευθ. Βενιζέλος κάλεσε τη Βουλή, αν και είχε διαλυθεί εν όψει των εκλογών της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1920, η οποία εξέλεξε ως αντιβασιλέα τον δαφνοστεφή ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη (στις 15/28 Οκτ. 1920).

Μεγάλη ήταν η θλίψη των εξόριστων γονέων του Αλέξανδρου, στους οποίους ωστόσο δεν επετράπη να παραστούν στην κηδεία. Μονάχα στη γιαγιά του, τη βασίλισσα Όλγα, επετράπη να παρευρεθεί στις τελευταίες ώρες του εγγονού της. Δυστυχώς η θαλασσοταραχή δεν επέτρεψε στη γηραιά βασίλισσα να τον προλάβει ζωντανό. Έφτασε με καθυστέρηση είκοσι τεσσάρων ωρών. Τον είχαν ταριχεύσει και ντύσει με τη μεγάλη στολή. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο. Όταν τον είδε η Όλγα ψιθύρισε: «... Τι ωραίος που είναι ο Αλέξανδρός μου... Το παιδί μου θ’ αναπαυθεί στον Παράδεισο... Το παιδί μου ήταν καλό...».

Η κηδεία έγινε λίγες μέρες αργότερα, στη Μητρόπολη των Αθηνών. Ο Αλέξανδρος θάφτηκε στο Τατόι, κοντά στον τάφο του αγαπημένου του παππού, του Γεώργιου Α’. Ο θάνατός του, τέλος, έγινε αντικείμενο άγριας εκμετάλλευσης από την πλευρά των ακραίων αντιβενιζελικών.

 Πολλοί διέδωσαν ότι ο θάνατος ήταν μια πράξη δολοφονίας, ως εάν ήτο εύκολο να στηθεί όλο αυτό το «σκηνικό», με την επίθεση του Φριτς κατά της μαϊμουδίτσας, την αυθόρμητη κίνηση του βασιλιά να τους χωρίσει και την επίθεση που δέχτηκε από τον Μόριτς, τον εξαγριωμένο σύντροφό της. Μια μάλιστα εφημερίδα, η «Νέα Ημέρα», έγραψε ότι ο Βενιζέλος είχε αναθέσει να εμβολιάσουν τον πίθηκο με λύσσα, για να δαγκώσει τον Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος, όταν το διάβασε, εξεμάνη και έδωσε εντολή να ασκηθεί δίωξη εναντίον του εκδότη!