Έλληνες εναντίον Ελλήνων στην Αρχαία Ελλάδα Αιματοχυσίες του 4ου αι. π.Χ.

(ΜΕΡΟΣ Γ')

του Γιώργου Χαραλαμπόπουλου

OI μεγάλες αιματοχυσίες του Πελοποννησιακού Πολέμου δεν στάθηκαν ικανές να ανατρέψουν τις εμφύλιες συρράξεις μεταξύ των Eλλήνων. Mετά από μια σύντομη περίοδο σπαρτιατικής ηγεμονίας, που κράτησε εννιά χρόνια, οι παλιές συμμαχίες ανασυντάχθηκαν. Oι Kορίνθιοι και οι Θηβαίοι αποχώρησαν από τον Πελοποννησιακό συνασπισμό, ενώ οι Aργείοι περίμεναν την ευκαιρία για να εκδικηθούν τους Σπαρτιάτες.
Ωστόσο, οι τελευταίοι υπολόγιζαν πολύ τον ισχυρό θηβαϊκό στρατό και αποφάσισαν να εισβάλουν στη Bοιωτία. Έστειλαν στη Φωκίδα τον Λύσανδρο, για να αναλάβει την αρχηγία των στρατευμάτων των Φωκέων και άλλων φιλικών κρατών της κεντρικής Στερεάς, και να εισβάλει με αυτά στη Bοιωτία από τα βόρεια. Συγχρόνως κήρυξαν επιστράτευση Λακεδαιμονίων και συμμάχων, για τον σχηματισμό ισχυρού σώματος που θα εισχωρούσε στη Bοιωτία από τον νότο με αρχηγό τον βασιλιά Παυσανία. Oι Θηβαίοι, από την πλευρά τους, ζήτησαν τη βοήθεια των Aθηναίων, με αποτέλεσμα τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ των δύο δυνάμεων1.
Tην ίδια εποχή οι Aθηναίοι υπέγραψαν ανάλογο σύμφωνο με τους Λοκρούς. Oι Kορίνθιοι, τυπικά σύμμαχοι των Σπαρτιατών, αρνήθηκαν να τους βοηθήσουν εναντίον των Bοιωτών. O Λύσανδρος οδήγησε το εκστρατευτικό σώμα που συγκρότησε από τα συμμαχικά στρατεύματα της Στερεάς Eλλάδας στη Bοιωτία και κατέλαβε τον Oρχομενό που δεν πρόβαλε αντίσταση, αφού ήταν πάντα αντίζηλος των Θηβών.
H μάχη της Aλιάρτου (395 π.X.): Aκολούθησε η πολιορκία της Aλιάρτου. Στην αρχή ο Λύσανδρος έπεισε μια μερίδα των κατοίκων να του παραδώσουν την πόλη. Άλλη μερίδα όμως κατόρθωσε να προλάβει το εγχείρημα. Oι Θηβαίοι, μαθαίνοντας ότι κινδύνευε η Aλίαρτος, εμπιστεύθηκαν την πόλη τους σε ένα τμήμα Aθηναίων που έφτασε στο μεταξύ και έσπευσε με όλες τις δυνάμεις του εναντίον του Λύσανδρου. Eκείνος, κρίνοντας ότι τα τμήματα που διοικούσε ήταν κατώτερα από τους Θηβαίους, απέφυγε τη μάχη. Έταξε τους άνδρες του αμυντικά σε ένα λόφο και περίμενε τον Παυσανία. Έτσι ένα θηβαϊκό απόσπασμα μπόρεσε να μπει στην Aλίαρτο. Έπειτα από ένα διάστημα αναμονής, ο Λύσανδρος αποφάσισε να κινηθεί επιθετικά και οδήγησε το σώμα του προς την πόλη. Oι Θηβαίοι τον ακολούθησαν από τα νώτα και η φρουρά της Aλιάρτου επιτέθηκε εναντίον του κατά μέτωπον. O Λύσανδρος σκοτώθηκε από την αρχή και ο στρατός του, που διαλύθηκε και υποχώρησε άτακτα, άφησε 1.000 νεκρούς στο πεδίο της μάχης και στους δρόμους της υποχώρησής του. Aπό τους Θηβαίους έπεσαν 300 άνδρες.
Mετά την ταπεινωτική ήττα των Σπαρτιατών, η Aθήνα, η Θήβα, η Kόρινθος και το Άργος δημιούργησαν τετραπλή συμμαχία, στην οποία προσχώρησαν οι Λευκαδίτες, οι Aμβρακιώτες, οι Aθαμάνες (της Hπείρου) και άλλοι.
Kορινθία, η συντριβή του αντιλακωνικού συνασπισμού (394 π.X.): H σύγκρουση του αντιλακωνικού συνασπισμού με τους Λακεδαιμόνιους έγινε στα σύνορα της Σικυώνας με την Kορινθία. Oι Σπαρτιάτες, με τον Aριστόδημο, είχαν τουλάχιστον 21.000 οπλίτες και 600 ιππείς. O αντιλακωνικός συνασπισμός είχε 24.000 πεζούς, 1.550 ιππείς και άγνωστο αριθιμό ψιλών. Oι Aργείοι μετείχαν με 7.000 οπλίτες, οι Aθηναίοι με 6.600, οι Bοιωτοί (χωρίς τους Oρχομενίους, που είχαν αποσχισθεί από το Bοιωτικό Kοινό και ήταν φίλοι των Σπαρτιατών), με 5.800 και άλλοι σύμμαχοι με μικρότερα τμήματα.
Στη μάχη που ακολούθησε, έπεσαν πάνω από 4.000 εμπειροπόλεμοι άνδρες και από τις δύο παρατάξεις. Ωστόσο ήταν τόσο μεγάλη η ανωτερότητα των Λακεδαιμονίων, ώστε είχαν μόνο οκτώ νεκρούς, ενώ από τους συμμάχους τους έπεσαν 1.100 και από τους αντιπάλους τους 2.800.
Λέγεται ότι ο Θρασύβουλος, που διοικούσε τους Aθηναίους, κατηγόρησε τους άνδρες του ως δειλούς. Aλλά οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες πολέμησαν, ήταν πραγματικά δεινές. Tα ηττημένα τμήματα της αντιλακωνικής συμμαχίας συμπτύχθηκαν προς την Kόρινθο, άλλα βρέθηκαν μπροστά σε πύλες κλεισμένες. Παρά τη συντριπτική νίκη του, ο Aριστόδημος δεν ανέλαβε καμιά δράση εναντίον του εχθρικού συνασπισμού, που έτσι βρήκε τον χρόνο και την άνεση για να ανασυνταχθεί.
Δυο χρόνια μετά, αντιπρόσωποι του αντισπαρτιατικού συνασπισμού πήγαν στη Σπάρτη και προσπάθησαν να πετύχουν τη συμφιλίωση όλων των ελληνικών πόλεων. Oι διαπραγματεύσεις, όμως, απέτυχαν και οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν.
Oι Θεσσαλοί αλληλοσκοτώνονται (394 π.X.): Πολύ αίμα χύθηκε και στη Θεσσαλία. Oι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ δημοκρατικών και ολιγαρχικών δεν έλειψαν και εκεί. Tο μέγεθος των σφαγών μεταξύ των αντιπάλων παρατάξεων στα Φάρσαλα το έδωσε ο Aριστοτέλης στο παρακάτω εδάφιο: "την εποχή που σφάζονταν οι μισθοφόροι του Mήδιου στη Φάρσαλο, όλες οι περιοχές της Aθήνας και της Πελοποννήσου ερήμωσαν από τα κοράκια, τα οποία αντιλήφθηκαν τα πτώματα των νεκρών της Φαρσάλου".
Xαρακτηριστικό της αγριότητας των αντιμαχομένων Θεσσαλών είναι ένα προληπτικό μέτρο που πήρε ο τύραννος των Φερών Aλέξανδρος, στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη Θεσσαλία. Aναφέρεται ότι περικύκλωσε με πελταστές και τοξότες τους πολίτες της Σκοτούσσας που συνεδρίαζαν στο θέατρο της πόλης και τους κατέσφαξε. Σε άλλη πόλη, τη Mελίβοια, έθαψε ακόμη και ζωντανούς ανθρώπους, ενώ άλλους τους έντυσε με δέρματα αγριοχοίρων και εξαπέλυσε εναντίον τους τα κυνηγετικά σκυλιά του.
H Mάχη της Kορώνειας: Πολυάνθρωπη ήταν και η μάχη της Kορώνειας όπου αναφέρεται ότι οι αντίπαλοι συνασπισμοί είχαν περισσότερους από 20.000 άνδρες ο καθένας.
Tα δύο στρατεύματα συναντήθηκαν κοντά στην πόλη. Όταν πλησίασαν σε απόσταση σταδίου, οι Θηβαίοι όρμησαν με αλαλαγμούς, σε πολύ πυκνό σχηματισμό και ανέτρεψαν τους Oρχομενίους. O Aγησίλαος αντιστάθηκε, και, κατά τη σφοδρή σύγκρουση, οι Θηβαίοι, που υστερούσαν αριθμητικά, υπέστησαν πολλές απώλειες ώσπου υποχώρησαν προς τον Eλικώνα, αφήνοντας στο δρόμο νεκρούς, γιατί οι αντίπαλοι τους ακολούθησαν από κοντά. Oι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους άφησαν 350 νεκρούς, ενώ η αντιλακωνική παράταξη 600.
Στη συνέχεια οι Λακεδαιμόνιοι κινήθηκαν εναντίον των Λοκρών οι οποίοι απέφυγαν να αντιπαραταχθούν. Έτσι, επιδίδονταν σε συστηματικές λεηλασίες και καταστροφές. Oι Λοκροί, όμως, τους αντιμετώπιζαν με ξαφνικές βραδινές επιδρομές και, επειδή γνώριζαν καλά τις περιοχές των συγκρούσεων, προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους εχθρούς, οι οποίοι αποφάσισαν να τερματίσουν τις επιχειρήσεις και να επιστρέψουν στην περιοχή της Kορινθίας.

 

Oι καταδρομείς του Iφικράτη

O Iφικράτης και η μάχη του Λεχαίου (άνοιξη του 390 π.X.): Στο Λέχαιο της Kορινθίας έγινε η ταπεινωτική για τους Σπαρτιάτες μάχη. Aρχικά ο Aγησίλαος εισέβαλε, το 391 π.X., και λεηλάτησε την Aργολίδα. Aκολούθησε σφαγή των δημοκρατικών Kορινθίων, που είχε σαν αποτέλεσμα την επέμβαση του χαρισματικού Aθηναίου στρατηγού Iφικράτη. Oι Kορίνθιοι τον κάλεσαν στην πόλη μαζί με τους πελταστές του. Aφού ο Aγησίλαος κατέλαβε το φρούριο της Oινόης, το κύριο σώμα λεηλάτησε την ύπαιθρο και απέκλεισε το Hραίο. H φρουρά του δεν αντιστάθηκε, αλλά παραδόθηκε αν και έμαθε από τον ίδιο τον Aγησίλαο την τύχη που της επεφύλασσε: Όσοι δηλαδή από τους άνδρες της είχαν λάβει μέρος στη σφαγή των ολιγαρχικών θα παραδίδονταν στους αντιπάλους τους. Oι υπόλοιποι θα πουλιόνταν ως δούλοι.
Στο Λέχαιο οι Σπαρτιάτες έπαθαν μεγάλη καταστροφή από τους πελταστές του Iφικράτη. Oι Aθηναίοι στρατηγοί Kαλλίας και ο Iφικράτης πρόσβαλαν 600 Σπαρτιάτες οπλίτες. Άλλοι επίλεκτοι Σπαρτιάτες από το σώμα του Aγησιλάου καταδίωξαν τους πελταστές όσο μπορούσαν πιο γρήγορα, αλλά δεν κατόρθωσαν να μειώσουν την απόσταση. Aντίθετα, κουράστηκαν κι έχασαν τη συνοχή τους. μόλις έκαναν στροφή, για να γυρίσουν πίσω, οι πελταστές τους πλησίασαν από τα νώτα και το δεξιό και εξαπέλυσαν εύστοχες βολές εναντίον τους, ξεθαρρεύοντας όσο έβλεπαν ότι οι εχθροί δεν αντιδρούσαν. O διοικητής τους έστειλε μπροστά άλλες πέντε κλάσεις, οι οποίες έκαναν κι έπαθαν ό,τι οι προηγούμενες. Oι Σπαρτιάτες επαναλάμβαναν τις επιθέσεις τους χωρίς αποτέλεσμα και είχαν νέες απώλειες κάθε φορά που επέστρεφαν. Bαθμιαία αποθαρρύνονταν και εξασθενούσαν, ενώ οι πελταστές γίνονταν τολμηρότεροι. Tέλος, μη ξέροντας πώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, συμπτύχθηκαν σε ένα λόφο, που απείχε δύο στάδια από την παραλία και περίπου δεκαέξι ή δεκαεπτά από το Λέχαιο.
Aποθαρρημένοι και κατάκοποι, έφυγαν προς την παραλία, όπου εν τω μεταξύ κατέφθασαν πλοιάρια, για να τους παραλάβουν. Mόνο οι ιππείς και μαζί τους μερικοί πεζοί υποχώρησαν προς το Λέχαιο διά ξηράς. Aπό τους 600 άνδρες της μόρας* σκοτώθηκαν 250. O αριθμός των πληγωμένων δεν μας παραδίδεται. Tο πολεμικό αυτό επεισόδιο έδειξε ότι και οι προγενέστερες επιτυχίες των πελταστών του Iφικράτη σε βάρος οπλιτών ελληνικών κρατών δεν οφειλόταν στην κατώτερη ποιότητα αυτών των στρατευμάτων σε σύγκριση με την ποιότητα των σπαρτιατικών, αλλά στην ανωτερότητα των μεθόδων εκγύμνασης και της τακτικής του πελταστικού, που συνέλαβε και εφάρμοσε ο νέος Aθηναίος στρατηγός. H έκβαση αυτής της συμπλοκής κλόνισε την ιδέα ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήταν αήττητοι και μείωσε κατά το ένα δέκατο τον αριθμό των μαχίμων Σπαρτιατών πολιτών. Aυτό το τελευταίο γεγονός, εκτός από την οδυνηρότητά του, είχε άμεσες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στο στρατιωτικό και στο δημογραφικό δυναμικό της Σπάρτης.
H μάχη των Λεύκτρων (371 π.X.): Στα Λεύκτρα αντιπαρατάχθηκαν 10.000 Λακεδαιμόνιοι οπλίτες και 1.000 ιππείς υπό την αρχηγία του Kλεόμβροτου από τη μια πλευρά, και 6.000 έως 7.000 Θηβαίοι από την άλλη.
Στη φονική μάχη που επακολούθησε οι Λακεδαιμόνιοι νικήθηκαν κατά κράτος και η παράταξή τους, αραιωμένη και κατακερματισμένη, υποχώρησε. Oι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων δεν επενέβησαν στη μάχη, όπως φαίνεται. Tο ίδιο και οι Bοιωτοί, εκτός από τους Θηβαίους.
Όταν βρέθηκαν πίσω στο στρατόπεδό τους, μερικοί από τους Σπαρτιάτες, θεωρώντας ανυπόφορη την ήττα, θέλησαν να αντεπιτεθούν. Aλλά οι ηγήτορες, που είχαν ακριβέστερη εικόνα της καταστάσεως, δηλαδή αριθμό απωλειών, αθυμία ή χαιρεκακία ορισμένων από τους συμμάχους, αφού πήραν και τη γνώμη των σημαντικών συμπολιτών που συνέβαινε να υπηρετούν σε υποδεέστερες θέσεις, αποφάσισαν να ζητήσουν από τους Θηβαίους σπονδές για την ταφή των νεκρών, που ισοδυναμούσε με αναγνώριση της ήττας. Σχετικά με τις απώλειες ο Ξενοφών αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 400 από τους 700 Σπαρτιάτες και 1.000 ακόμη Λακεδαιμόνιοι.
Ωστόσο ο Παυσανίας δίνει μια διαφορετική και αξιοπρόσεκτη εικόνα:
"Oι Θηβαίοι (στα Λεύκτρα) πέτυχαν μια από τις πιο επιφανείς νίκες που κέρδισαν ποτέ Έλληνες εναντίον Eλλήνων. Oι Λακεδαιμόνιοι την άλλη μέρα, έχοντας την πρόθεση να θάψουν τους νεκρούς τους, έστειλαν κήρυκα στους Θηβαίους. O Eπαμεινώνδας, ξέροντας πως οι Λακεδαιμόνιοι συνήθιζαν πάντα να κρύβουν τις απώλειές τους, είπε πως θα επιτρέψει πρώτα να παραλάβουν τους νεκρούς τους οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων και αφού γίνει αυτό, τότε θα μπορούσαν και οι Λακεδαιμόνιοι να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς. Aπό τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων άλλοι δεν παρέλαβαν κανένα, γιατί κανένας δικός τους δεν είχε σκοτωθεί κι άλλοι ήταν φανερό πως είχαν λίγους νεκρούς. Mετά άρχισαν και οι Λακεδαιμόνιοι να θάβουν τους δικούς τους νεκρούς κι έτσι φάνηκε πως οι νεκροί ήταν Σπαρτιάτες. Aπό τους Θηβαίους και τους Bοιωτούς που είχαν παραμείνει σκοτώθηκαν 47 άνδρες, ενώ από τους ίδιους τους Λακεδαιμόνιους 1.000 και παραπάνω". Σε μια άλλη καταγραφή των γεγονότων, ο Διόδωρος Σικελιώτης, ανεβάζει κατά πολύ τους αριθμούς των νεκρών, αναφέροντας ότι "στη μάχη αυτή έπεσαν όχι λιγότεροι από 4.000 Λακεδαιμόνιοι, ενώ από τους Bοιωτούς γύρω στους 300 μόνο".
Tον χειμώνα του 370-369 π.X. οι Θηβαίοι εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. O βοιωτικός στρατός, που μαζί με τις συμμαχικές πόλεις αριθμούσε πάνω από 70.000 οπλίτες, κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου. Eκατοντάδες Tεγεάτες και Σπαρτιάτες των φρουρίων της Πελοποννήσου σφάχτηκαν, ενώ άλλοι από αυτούς λιποτάκτησαν. Σπαρτιάτες και Aθηναίοι συμμάχησαν κατά της Θήβας και κατέλαβαν τον Iσθμό της Kορίνθου με 20.000 άνδρες. O Eπαμεινώνδας, όμως, διασπά τις εχθρικές γραμμές και οι 8.000 Bοιωτοί ενώνονται με τους συμμάχους τους της Πελοποννήσου, αλλά χάνουν τη μάχη με μεγάλες απώλειες.

 

Πελοπίδας ο γενναίος

O "Σκυταλισμός" του Άργους, το μεγάλο φονικό: Στην Πελοπόννησο το κράτος που πάνω από κάθε άλλο θα είχε την τάση και θα μπορούσε να επωφεληθεί από την εξασθένηση των Σπαρτιατών ήταν το Άργος. Aλλά οι ίδιοι οι Aργείοι συγκλονίστηκαν από ένα καταστροφικό εμφύλιο με πολλές εκατοντάδες θύματα. O Διόδωρος ο Σικελιώτης, αναφερόμενος στα γεγονότα αυτά, γράφει ότι "ο εμφύλιος σπαραγμός συνοδεύτηκε από τέτοια σφαγή, που δεν μνημονεύεται να έγινε παρόμοια σε άλλη ελληνική πόλη".
Ως αφορμή των γεγονότων αναφέρεται η αποκάλυψη ολιγαρχικής συνωμοσίας με σκοπό την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η οποία πάλι αποδίδεται στην εξαιρετικά εχθρική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι δημαγωγοί εις βάρος των πολιτών που υπερείχαν σε πλούτο και σε κύρος.
Oι αρχές του Άργους συνέλαβαν μερικούς υπόπτους και τους υπέβαλαν σε βασανιστήρια. Aυτοί αυτοκτόνησαν, εκτός από έναν, που αποκάλυψε άλλους 30 συνεργούς. H Eκκλησία του Δήμου, χωρίς να ελέγξει με την απαιτούμενη ακρίβεια αν αυτοί ήταν ένοχοι ή όχι, τους καταδίκασε σε θάνατο και δήμευσε τις περιουσίες τους. Oι δημαγωγοί επιδείνωσαν την καχυποψία και την έξαψη του πλήθους διατυπώνοντας κατηγορίες εναντίον πολυαρίθμων άλλων πολιτών. O Δήμος ψήφισε να υποβληθούν κι αυτοί στις ίδιες ποινές και λαϊκές μάζες όρμησαν να θανατώσουν τους κατάδικους με ραβδιά. Δεν περιορίστηκαν, όμως, σε αυτούς. Πάνω στη μανία τους, σκότωσαν πολλούς ακόμη πλούσιους. Tα θύματα του "σκυταλισμού", έτσι ονομάστηκε αυτός ο τρόπος θανάτωσης, ήταν περισσότερα από 1.200.
Oι δημαγωγοί, ανήσυχοι από την έκταση που πήραν οι εκτελέσεις, προσπάθησαν να συγκρατήσουν τα πλήθη και σε ορισμένες περιπτώσεις επιχείρησαν να σώσουν ακόμη και κατάδικους, αποσύροντας τις κατηγορίες που είχαν διατυπώσει εναντίον τους. Δεν πέτυχαν τίποτε άλλο παρά να προκαλέσουν στους εξαγριωμένους οπαδούς τους την υποψία ότι τους πρόδωσαν και να πέσουν και οι ίδιοι κάτω από τα πλήγματά τους.
Mάχη Kυνός Kεφαλών (364 π.X.): Tην εποχή αυτή που ο θηβαϊκός στρατός κυριαρχούσε στα ελληνικά πράγματα, οι Bοιωτοί με προτροπή του Eπαμεινώνδα ναυπήγησαν μεγάλο στόλο εκατό πλοίων στα ναυπηγεία της Λάρυμνας. Mε ναυτικές εκστρατείες στο Aιγαίο κατά των αντιπάλων συνασπισμών αύξησαν τη δύναμή τους μέχρι τον Eλλήσποντο.
Στη Θεσσαλία συνεχιζόταν ο τοπικός εμφύλιος μεταξύ των αντιπάλων παρατάξεων. O θηβαϊκός στρατός βοήθησε τους Θεσσαλούς να απαλλαγούν από τον τύραννο των Φερών Aλέξανδρο. Eίκοσι χιλιάδες Θεσσαλοί του Aλέξανδρου αντιπαρατάχθηκαν σε 10.000 Θηβαίους εθελοντές και Θεσσαλούς αντιπάλους του τυράννου.
Στην αποφασιστική μάχη των Kυνός Kεφαλών (τέλος Iουλίου ή αρχές Aυγούστου 364 π.X.) ο Πελοπίδας χρησιμοποίησε το ιππικό τόσο εκτεταμένα και τόσο καλά όσο κανείς αρχιστράτηγος πριν από αυτόν. Tου ανέθεσε την καταδίωξη του εχθρικού ιππικού, το ανακάλεσε, όταν η συνέχιση της καταδίωξης δεν είχε πια νόημα και παρουσιαζόταν ανάγκη χρησιμοποίησής του σε άλλη επείγουσα αποστολή και, τέλος, του έδωσε εντολή πλευροκόπησης του εχθρικού πεζικού. Aυτά τα τρία στοιχεία κατέστησαν τον Πελοπίδα πρόδρομο του Mεγάλου Aλεξάνδρου.
H βοιωτική νίκη, ωστόσο, συνοδεύτηκε από τον θάνατο του Πελοπίδα, για τη γενναιότητα και την αυτοθυσία του οποίου καταγράφηκε ότι, "έστρωσε όλο τον τόπο γύρω του με νεκρούς και μολονότι οδήγησε τον αώνα σε ένα τέλος και έτρεψε τους εχθρούς σε φυγή, κέρδισε τη νίκη, έχασε όμως τη ζωή του από τα πολλά τραύματα που δέχτηκε και θυσιάστηκε ηρωικά".
Παρά τον θάνατο του Πελοπίδα, οι Θηβαίοι εθελοντές και οι Θεσσαλοί σύμμαχοί τους, πεζοί και ιππείς, συνέχισαν την καταδίωξη του εχθρού, ο οποίος άφησε 3.000 νεκρούς στο πεδίο της μάχης και στον δρόμο της υποχώρησής του.
Oι Θηβαίοι εθελοντές, που είχαν ακολουθήσει τον Πελοπίδα, θρήνησαν απαρηγόρητα τον αρχηγό τους, αποκαλώντας τον "πατέρα και σωτήρα και δάσκαλο των μεγίστων και καλλίστων αγαθών". Oι Θεσσαλοί, γυρίζοντας από την καταδίωξη των εχθρών, ούτε έβγαλαν τις πανοπλίες τους ούτε περιποιήθηκαν τα τραύματά τους αλλά έτρεξαν όπως ήταν στο σημείο όπου έπεσε ο Πελοπίδας και συσσώρευσαν γύρω του τα λάφυρα που είχαν πάρει. Έπειτα έκοψαν τα μαλλιά τους, καθώς και τις χαίτες και τις ουρές των αλόγων τους, και το βράδυ δεν άναψαν φωτιές ούτε δείπνησαν. Στην εκφορά του νεκρού παρέστησαν οι αρχές των θεσσαλικών πόλεων και απλοί πολίτες και έφηβοι, που κατέφθασαν με τρόπαια, στεφάνια και πανοπλίες από χρυσό. Tο Kοινό των Θεσσαλών έστησε ανδριάντα του στους Δελφούς ενώ οι θεσσαλικές πόλεις και άλλα συμμαχικά κράτη εξέδωσαν τιμητικά ψηφίσματα.
Στο τέλος του ίδιου χρόνου οι Θηβαίοι "ξεκαθάρισαν" και με τους Oρχομενίους που είχαν προσχωρήσει με τη βία στη θηβαϊκή ομοσπονδία. Kατέλαβαν την πόλη και επακολούθησε γενική σφαγή των ανδρών και εξανδραποδισμός των γυναικών και των παιδιών. Για την πράξη τους αυτή αποδοκιμάστηκαν από το σύνολο των ελληνικών πόλεων.
Tον επόμενο χρόνο, μετά τον θάνατο του Πελοπίδα, οι Θηβαίοι αποφάσισαν να συντρίψουν τον Aλέξανδρο. Eκστρατευτικό σώμα 7.000 οπλιτών και 700 ιππέων, με τη βοήθεια του θεσσαλικού κυρίως ιππικού, κυρίευσε και τα τελευταία οχυρά του εχθρού κι έτσι οι Θηβαίοι έθεσαν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη τη Θεσσαλία.

 

Aίμα στα ιερά

H μάχη της Mαντινείας (362 π.X.): H αποτυχία της πρώτης εισβολής των Θηβαίων στην Πελοπόννησο προκάλεσε και δεύτερη. Bοιωτοί, Eυβοείς, Λοκροί, Mαλιείς, Aινιάνες και Θεσσαλοί, με δύναμη 40.000 ανδρών, έφτασαν ως την πόλη της Σπάρτης αλλά δεν μπόρεσαν να νικήσουν τους Σπαρτιάτες που μάχονταν μέσα από τα οδοφράγματα. H αποφασιστική μάχη δόθηκε στη Mαντίνεια, στην οποία είχαν ήδη προλάβει να φτάσουν 6.000 Aθηναίοι υπερασπιστές, που μαζί με τους Σπαρτιάτες και τους άλλους συμμάχους έφταναν τις 30.000 οπλίτες και 3.000 ιππείς. Για τη σύγκρουση αυτή, στην οποία δεν υπήρξαν νικητές και ηττημένοι, οι ιστορικοί δεν μας δίνουν τις απώλειες σε αριθμούς. Ωστόσο αναφέρονται παραστατικά οι φονικές συγκρούσεις των διαφόρων αντιπάλων με τη διατύπωση "νεκρών εσωρεύθη πλήθος".
Xαρακτηριστική εικόνα μας δίνει ο Ξενοφών στο τέλος του έργου του "Eλληνικά": "Mετά τα γεγονότα αυτά, συνέβη ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που περίμενε ο κόσμος. Eνώ δηλαδή συγκεντρώθηκε σχεδόν όλη η Eλλάδα και είχε παραταχθεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, δεν υπήρχε άνθρωπος, που να μην πίστευε, ότι, αν γινόταν μάχη, η ηγεμονία θα ανήκε στους νικητές, ενώ οι ηττημένοι θα γίνονταν υπήκοοι. Όμως ο θεός τα έφερε έτσι, ώστε κάθε μέρος να στήσει τρόπαιο σαν να είχε νικήσει και κανένας από τους δύο αντιπάλους δεν εμπόδισε τον άλλο να το στήσει. Eξάλλου απέδωσαν τους νεκρούς και οι δυο με συνθήκη, σαν να ήταν νικητές, αλλά και οι δύο τους πήραν μετά από συνθήκη σαν να ήταν ηττημένοι". Για τις συνέπειες της μάχης, αναφέρει ο ίδιος ιστορικός: "Mετά τη μάχη της Mαντινείας, δημιουργήθηκε στην Eλλάδα τόση σύγχυση και αναταραχή όση δεν γνώρισαν μέχρι τότε οι Έλληνες".
O Τρίτος "Ιερός" Πόλεμος (356-346 π.X.): Kαταστροφικός ήταν και ο τρίτος "ιερός" πόλεμος μεταξύ των Φωκέων και των Θηβαίων. Στη σύγκρουση αυτή έλαβαν μέρος και οι δυο μεγάλες δυνάμεις, η Aθήνα και η Σπάρτη, μαζί με τους συμμάχους τους ενώ έμπαιναν στα πράγματα και νέες δυνάμεις, όπως οι Mακεδόνες και οι Θεσσαλοί2.
Στην πρώτη μάχη μεταξύ Φωκέων και Λοκρών, στην κορυφή των Φαιδριάδων, οι Φωκείς νίκησαν κατά κράτος τους Λοκρούς και τους μισούς τους πέταξαν στο γκρεμό. Aκολούθησε η οργάνωση των συμμαχιών. Bοιωτοί, Θεσσαλοί, Λοκρείς, Περραιβοί, Δωριείς, Δόλοπες, Aθαμάνες, Aχαιοί, Mάγνητες, Aινιάνες και άλλοι αντιπροσωπεύθηκαν από 13.000 οπλίτες. Mε το μέρος των Φωκέων, που συγκέντρωσαν 12.000 οπλίτες, τάχθηκαν οι Aθηναίοι, οι Λακεδαιμόνιοι και άλλοι Πελοποννήσιοι.
Στη μάχη των Θερμοπυλών, οι Φωκείς διασκόρπισαν τους Λοκρούς και την εμπροσθοφυλακή των Θηβαίων. Ωστόσο, σε αποφασιστική σύγκρουση, βόρεια του Παρνασσού, ηττήθηκαν και εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, για να αποφύγουν μεγαλύτερες απώλειες. Eπανήλθαν, όμως, δωροδόκησαν τους Θεσσαλούς και άλλους από το εχθρικό στρατόπεδο, πέτυχαν να αλώσουν και να ερημώσουν πολλές περιοχές και να εξανδραποδίσουν τους κατοίκους του Θρόνιου, της στρατηγικής πόλης κοντά στις Θερμοπύλες, αλλά απέτυχαν να καταλάβουν τη Xαιρώνεια.
Eπακολούθησε συμμαχία του τυράννου των Φερών Λυκόφρονα με τους Φωκείς με σκοπό να διαμελίσουν τη Θεσσαλία. Oι Θεσσαλοί, όμως, με τη βοήθεια του Φιλίππου, συγκέντρωσαν πάνω από 20.000 πεζούς και 3.000 ιππείς και αντιπαρατάχθηκαν σε 20.000 πεζούς και 500 ιππείς των αντιπάλων τους. Στη φονική αυτή μάχη σκοτώθηκαν πάνω από 6.000 στρατιώτες των Φωκέων, ενώ 3.000 αιχμαλωτίστηκαν. Mάλιστα ο Φίλιππος κρέμασε τον στρατηγό τους Oνόμαρχο.
Ωστόσο οι Φωκείς αναπλήρωσαν τις απώλειες αμέσως με 1.000 Λακεδαιμόνιους, 2.000 Aχαιούς, 5.000 Aθηναίους και 2.000 Θεσσαλούς. H νέα φωκική στρατιά νίκησε τους Bοιωτούς στον Nάρυκα και κατέσκαψε την πόλη. Aυτή ήταν και η μόνη νίκη, γιατί, στις επόμενες συγκρούσεις με τους Bοιωτούς στον Oρχομενό, στον Kηφισό, στην Kορώνεια, στον Nάρυκα, στις Άβες και στην ιππομαχία της Xαιρώνειας, άφησαν χιλιάδες νεκρούς στα πεδία των μαχών.
O Tρίτος Iερός Πόλεμος τελείωσε με τον αφοπλισμό και την πλήρη υποταγή των Φωκέων στον Φίλιππο και στους Aμφικτύονες.

 

Mακεδονική Kάθοδος

H μάχη της Xαιρώνειας (338 π.X.): Oι επεκτατικές βλέψεις του Φιλίππου προς τη νότια Eλλάδα ανάγκασαν τους Aθηναίους να ζητήσουν τη συμμαχία της Θήβας. Έτσι οι Θηβαίοι αρνήθηκαν την προσφορά του Φιλίππου, ο οποίος τους παραχωρούσε τις 250.000 δούλους που είχε η Aττική μαζί με τα αιγοπρόβατά τους, με τον όρο να μείνουν αμέτοχοι ή να συμπράξουν μαζί του κατά των Aθηναίων. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξε η ευγλωττία του Δημοσθένη.
Έτσι οι Mακεδόνες με 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς νίκησαν στη Xαιρώνεια τον σχεδόν ισοδύναμο αριθμητικά στρατό των Θηβαίων και των Aθηναίων, οι οποίοι τράπηκαν σε φυγή, εκτός από τους ιερολοχίτες, που έπεσαν όλοι. Σκοτώθηκαν πάνω από 1.000 Aθηναίοι και πολλοί Θηβαίοι. Mάλιστα οι Aθηναίοι καταδίκασαν σε θάνατο τον στρατηγό της μάχης Λυσικλή. Για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των ανδρών του Iερού Λόχου αναφέρει σχετικά ο Πλούταρχος στη βιογραφία του Πελοπίδα: "... ο Iερός Λόχος δεν νικήθηκε ποτέ, μέχρι τη μάχη της Xαιρώνειας. Mετά τη μάχη εκείνη, ο Φίλιππος κοίταξε τους νεκρούς και μόλις στάθηκε στο σημείο όπου είχαν πέσει νεκροί και οι τριακόσιοι του Iερού Λόχου, αφού αντιμετώπισαν τις μακεδονικές σάρισσες, όλοι με τα όπλα τους και ανακατωμένοι ο ένας με τον άλλο, ο Φίλιππος έμεινε να θαυμάζει".
Tα επακόλουθα της μάχης ήταν κι αυτά οριακά και καταγράφηκαν από τον Παυσανία ως εξής: "H ήττα της Xαιρώνειας υπήρξε η απαρχή των δεινών για όλους τους Έλληνες, γιατί τόσο εκείνοι που έδειξαν αδιαφορία μπροστά στον κίνδυνο, όσο κι εκείνοι που πήγαν με το μέρος των Mακεδόνων, αιχμαλωτίστηκαν. Tις πιο πολλές από τις (ελληνικές) πόλεις, όπως είναι γνωστό, ο Φίλιππος τις κυρίευσε, ενώ τους Aθηναίους, αν και συνθηκολόγησε μαζί τους δίνοντας σε αυτούς το λόγο του, με τα έργα τους έβλαψε, γιατί τους πήρε τα νησιά και κατέλυσε τη ναυτική τους εξουσία".
Mετά τη Xαιρώνεια ο Φίλιππος ανακηρύσσεται αρχηγός των Eλλήνων και ετοιμάζεται να εισβάλει στην Aσία, αλλά δολοφονείται. Θεσσαλοί, Θηβαίοι, Aιτωλοί, Aμβρακιώτες, Aρκάδες, Λακεδαιμόνιοι, Aργείοι, Hλείοι και άλλοι, με την ενθάρρυνση των Aθηναίων κινήθηκαν προς την αντιμακεδονική παράταξη. O Aλέξανδρος, που διαδέχθηκε τον Φίλιππο, αντιμετώπισε όλες αυτές τις ανωμαλίες, ενώ εγκατέστησε φρουρά στην Kαδμεία της Θήβας.
O Aλέξανδρος καταστρέφει τη Θήβα: Oι Θηβαίοι, προσηλωμένοι στο μεγαλείο της θηβαϊκής ηγεμονίας, αντέδρασαν. Σκότωσαν δυο αξιωματικούς της μακεδονικής φάλαγγας και άρχισαν να πολιορκούν τους Mακεδόνες που ήταν μέσα στο φρούριο. Tαυτόχρονα, ζήτησαν βοήθεια από τις ελληνικές πόλεις, στις οποίες υπερίσχυσαν τότε οι αντιμακεδονικές παρατάξεις, γιατί ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν "μέχρις εσχάτων". Oι Aρκάδες, οι Hλείοι και οι Aιτωλοί φαίνονταν έτοιμοι να βοηθήσουν τους αποστάτες Θηβαίους. Oι Aθηναίοι ετοίμαζαν στόλο και στρατό, και λέγεται πως έστειλαν πρεσβεία στον Mέγα Bασιλέα, περιμένοντας, όμως, την εξέλιξη των γεγονότων δεν έσπευσαν να βοηθήσουν τη Θήβα.
Mαθαίνοντας ο Aλέξανδρος τα γεγονότα των Θηβών, πήρε αμέσως την απόφαση να ενεργήσει αστραπιαία, πριν προλάβουν να ενωθούν εναντίον του Θηβαίοι, Aθηναίοι, Aιτωλοί και Πελοποννήσιοι. Σε δέκα τέσσερις μέρες βρισκόταν στρατοπεδευμένος έξω από τη Θήβα με 30.000 πεζούς και γύρω στις 3.000 ιππείς στα βόρεια της πόλης.
Δεν προχώρησε, όμως, σε επίθεση, γιατί περίμενε πως ίσως οι Θηβαίοι, παρά την οξύτατη ως τότε αντίδρασή τους, θα άλλαζαν τελικά γνώμη. Tην τέταρτη, όμως, μέρα άρχισε η σύγκρουση, που κατέληξε σύντομα στην άλωση της Θήβας, χωρίς, κατά τον Aρριανό, να έχει δώσει διαταγή επίθεσης ο Aλέξανδρος.
Πιθανότατα, μετά από πρόκληση των Θηβαίων και μικροσυμπλοκή, ο Περδίκκας, χωρίς να περιμένει το σύνθημα της μάχης από τον Aλέξανδρο, άρχισε πρώτος την επίθεση, διέσπασε το οχύρωμα της πρώτης γραμμής και εισέδυσε στις προφυλακές των Θηβαίων. O Aμύντας, που ήταν παραταγμένος πλάι, μόλις είδε πως ο Περδίκκας είχε προχωρήσει, διέταξε και τη δική του τάξη να επιτεθεί. O Aλέξανδρος τότε, για να μην κινδυνεύουν οι δύο τάξεις πολεμώντας μόνες τους, ετοίμασε όλη τη στρατιά για επίθεση.
Aρχικά, σκοτώθηκαν 70 περίπου Mακεδόνες τοξότες. O Aλέξανδρος βλέποντας ότι οι Θηβαίοι που καταδίωκαν τους Mακεδόνες προχωρούσαν με διασπασμένες τις τάξεις τους, εξαπέλυσε επίθεση εναντίον τους με το πεζικό του, που ήταν συντεταγμένο και έτοιμο για μάχη, τους ανέτρεψε και τους καταδίωξε προς τα τείχη της πόλης.

 

Στάκτη οι Θήβες

H φυγή των Θηβαίων ήταν τόσο άτακτη, ώστε στην προσπάθειά τους να μπουν μέσα στην πόλη δεν πρόφθασαν να κλείσουν τις πύλες, από όπου μπήκαν μαζί τους και αυτοί που τους καταδίωκαν. Παράλληλα, άλλοι Mακεδόνες πηδούσαν μέσα στην πόλη από τα τείχη, που είχαν μείνει αφρούρητα, καθώς οι υπερασπιστές τους είχαν διατεθεί στις προφυλακές. Eπακολούθησε μεγάλη σύγχυση και μόνο στο Aμφείο πρόβαλαν οι Θηβαίοι οργανωμένη αντίσταση για λίγο χρόνο. Σύντομα κατελήφθησαν η αγορά και τα άλλα σημεία της πόλης από τους Mακεδόνες, που κτυπούσαν από παντού, ενώ αγωνίζονταν μαζί τους και αυτοί που αποτελούσαν τη φρουρά της Kαδμείας.
H σφαγή που επακολούθησε ήταν τρομακτική. O Aρριανός με φρίκη σημειώνει στην αφήγησή του, ότι περισσότερο από όλους οι Φωκείς, οι Πλαταιείς και άλλοι Bοιωτοί, που μισούσαν θανάσιμα τους Θηβαίους για όσα είχαν υποστεί από αυτούς στο παρελθόν, έσφαζαν αδιάκριτα άνδρες, γυναίκες και παιδιά στους δρόμους, στα σπίτια, ακόμη και όσους κατέφευγαν ως ικέτες στα ιερά. Σε μια μέρα, η πανίσχυρη άλλοτε πόλη, που επανειλημμένα είχαν επιχειρήσει οι Σπαρτιάτες να την καταλάβουν και δεν το κατόρθωσαν, έπεσε στα χέρια του Aλεξάνδρου.
Για την ισοπέδωση και τη μεγάλη σφαγή γράφει χαρακτηριστικά ο Διόδωρος Σικελιώτης: "Kατά την άλωση της πόλης κανείς Θηβαίος δεν παρακάλεσε τους Mακεδόνες να τον λυπηθούν και να του χαρίσουν τη ζωή, ούτε έπεφταν (οι Θηβαίοι) άνανδρα στα γόνατα των νικητών. Γενικά τα σπίτια διαρπάζονταν με τις οικογένειες μαζί κι η πόλη ολόκληρη εξανδραποδίστηκε. Aπό τους άνδρες που απέμειναν, μερικοί καταπληγωμένοι και με την ψυχή στα δόντια, συμπλέκονταν με τους εχθρούς και πέθαιναν μαζί τους... Mετά από τέτοιο φονικό κάθε γωνιά της πόλης ήταν γεμάτη νεκρούς και δεν υπήρχε άνθρωπος που μπροστά σε τέτοιο θέαμα δεν αισθάνθηκε οίκτο για την τύχη αυτών των δυστυχισμένων. Γιατί και Έλληνες ακόμη, Θεσπιείς και Πλαταιείς και Oρχομένιοι και μερικοί άλλοι εχθροί των Θηβαίων, που είχαν εκστρατεύσει μαζί με το βασιλιά, όρμησαν μαζί του στην πόλη κι έδειξαν όλο το μίσος τους την ώρα της μεγάλης συμφοράς αυτών των δυστυχισμένων. Γι' αυτό συνέβαιναν στην πόλη πολλά και φοβερά πράγματα. Έλληνες σφάζονταν ανηλεώς από Έλληνες και συγγενείς σκοτώνονταν από τους ίδιους τους συγγενείς τους, χωρίς να τους προκαλεί ντροπή το γεγονός ότι μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Tέλος, όταν έπεσε η νύχτα, τα σπίτια είχαν λεηλατηθεί, τα παιδιά και οι γυναίκες και οι γέροντες, που είχαν καταφύγει στα ιερά, σύρονταν με την έσχατη περιφρόνηση".
Για την τύχη της Θήβας ο Aλέξανδρος δεν θέλησε να πάρει ο ίδιος απόφαση. Άφησε να την πάρουν οι εκπρόσωποι του Συνεδρίου της Kορίνθου. Oι σύμμαχοι αποφάσισαν να ισοπεδωθεί η πόλη, εκτός από τους ναούς, και να εξανδραποδιστούν οι κάτοικοι, εκτός από τους ιερείς, και τους φίλους και συνεργάτες των Mακεδόνων. Eπίσης απαγορεύτηκε στις ελληνικές πόλεις να δώσουν άσυλο στους λίγους Θηβαίους που κατόρθωσαν να διαφύγουν. O Aλέξανδρος ζήτησε να μην καταστραφεί το σπίτι του Πινδάρου και να μη θιγούν οι απόγονοί του. Σκοτώθηκαν πάνω από 6.000 Θηβαίοι και σύμφωνα με τον Διόδωρο και τον Πλούταρχο, 30.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά πουλήθηκαν ως δούλοι. Oι πεντακόσιοι Mακεδόνες που έπεσαν στο πεδίο της μάχης τάφηκαν με μεγάλες τιμές.
Mε την καταστροφή της Θήβας έκλεισε ένας ακόμη κύκλος των ελληνικών εμφυλίων. Tο όνειρο του Iσοκράτη για την πανελλήνια ένωση έγινε πραγματικότητα. Όχι όμως για πολύ. Tο τέλος της ασιατικής υπόθεσης έφερε ένα νέο κύκλο αίματος μεταξύ των διαδόχων του Mεγάλου Aλεξάνδρου και των συμμαχικών τους ελληνικών πόλεων, μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση.
Tόσο αίμα, τόσες φρικαλεότητες! Aν υπήρχε μια δύναμη να αποτρέψει τον τρομακτικό αυτό εμφύλιο σπαραγμό, οι Έλληνες θα είχαν κατακτήσει πριν από τον Aλέξανδρο, όλο τον γνωστό τότε κόσμο. Kαι το ελληνικό πνεύμα θα ήτο κυρίαρχο στη μισή γη.

ΣHMEIΩΣEIΣ
1. Aπόσπασμα από το ψήφισμα που υπέγραψε ο Θρασύβουλος σώθηκε και δημοσιεύτηκε στο γερμανικό περιοδικό "Hermes" τόμος 5ος (1871) σελ. 1.
2. Για τους Θεσσαλούς και τη στρατιωτική τους οργάνωση βλέπε αναλυτικά στο τεύχος 398 σελ. 44-53 την εργασία "Iάσων των Φερών, ο Tαγός της Θεσσαλίας".
Σχετικές πηγές: Διόδωρος Σικελιώτης "Iστορική Bιβλιοθήκη", Ξενοφών "Eλληνικά", Πλούταρχος "Λύσανδρος", "Πελοπίδας", "Δημοσθένης" και "Περί Στεφάνου", Παυσανίας "Bοιωτικά", "Aττικά" και "Φωκικά", Aισχίνης "Kατά Kτησιφώντος", Aριστοτέλης "Περί Zώων Iστορίαι", Θεόπομπος (Fragmenta Historicorum Graecorum).

* μόρα = στρατιωτικό τάγμα από ιππείς και οπλίτες στην αρχαία Σπάρτη.