Κυρά Βασιλική

Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΑΡΔΕΛΗΣ

ΚΑΠΟΙΟΙ ευλαβείς προσκυνητές σταματούν για λίγο κάθε χρόνο τα καλοκαίρια στο Αιτωλικό, για να ανάψουν ένα κεράκι στον τάφο της θρυλικής Κυρά Βασιλικής, εκείνης του Αλή Πασά. Αλήθεια πόσοι γνωρίζουν ότι η Κυρά Βασιλική πέρασε τα τελευταία χρόνια της στην περιοχή, ότι εκεί πέθανε και ετάφη; Ο τάφος της, πάντως, σήμερα βρίσκεται στον περίβολο του ιερού ναού των Μεγίστων Ταξιαρχών του Αιτωλικού και στη νότια πλευρά, πλάι στον διερχόμενο από εκεί κεντρικό δρόμο της γραφικότατης πόλης της Λιμνοθάλασσας. Ως πρόσφατα οι περίβολοι των ιερών ναών ήταν νεκροταφεία. Δίπλα στον τάφο αναγράφονται τα εξής: «Τάφος Κυρά Βασιλικής 1789-1834». Και από κάτω: «Απέθανεν η κυρά Βασιλική Κίτζου από δυσεντερία? ήτον η ασθένειά της? ετών 45? μετασχών των αχράντων μυστηρίων της Θείας Μεταλήψεως και κατ' άδειαν του επιτρόπου του Αγίου Ακαρνανίας και από του εφημερίου των Ταξιαρχών ετάφη κατά την συνήθη εκκλησιαστική τάξιν εν τη εκκλησία των Ταξιαρχών. Εν Ανατολικόν τη 11 Δεκεμβρίου 1834. Μελέτιος ιερεύς Δ.Κ». Το κείμενο αυτό είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου της Κυρά Βασιλικής καταχωρισμένη σε σχετικό κώδικα γεννήσεων και θανάτων του ιερού ναού των Ταξιαρχών του Αιτωλικού. Και πάνω στη μαρμάρινη ταφόπλακα: «Βασιλική Κίτζου 1789-1834». Την επιγραφή αντιγράψαμε όπως είναι γραμμένη από τον ιερέα Μελέτιο το 1834. Τα στοιχεία που μας παρέχει είναι πολύτιμα και πρέπει να είναι σωστά για τον λόγο ότι τα γεγονότα είναι κοντά. Άλλη χρονολογία γεννήσεως της Κυρά Βασιλικής (1793) τη φέρει να πέθανε 41 ετών. Ο Κ. Σ. Κώνστας (Άπαντα, τόμος 1ος, σ. 62) αναφέρει το 1790. Αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Να θυμηθούμε την εποχή εκείνη και να προσπαθήσουμε να ζωντανέψουμε την ιστορία της, αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας τού εν αιχμαλωσία Γένους. Και κυρίως να ξαναθυμηθούμε και μιαν άλλη παράλληλη ιστορία, εκείνη του Θανάση Βάγια, που τόσο παρεξηγήθηκε και μάλιστα θεωρήθηκε (μπορεί ακόμη να θεωρείται) προδότης.

Βίοι παράλληλοι
Η ζωή της Κυρά Βασιλικής και του Θανάση Βάγια πάνε πλάι-πλάι, τουλάχιστον από τη στιγμή που χάνει τη μάχη ο Αλή Πασάς και αποκεφαλίζεται στο νησί της Λίμνης των Ιωαννίνων, ως την επιστροφή τους από την Κωνσταντινούπολη και την εξορία τους στην Προύσα. Ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779) είχε προφητέψει ότι θα πήγαινε στην Πόλη με κόκκινα γένια. Και πήγαν το κεφάλι του στον σουλτάνο κατακόκκινο από το αίμα. Η ιστορία του Αλή με τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό είναι μεγάλη και πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά άλλος είναι τώρα ο στόχος μας.
Η Κυρά Βασιλική και ο Θανάσης Βάγιας οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Πόλη. Μαρτυρείται, ότι, ο Αλής βλέποντας το τέλος του, καταδιωκόμενος από τους άνδρες του Χουρσίτ Πασά και ετοιμοθάνατος από τις πληγές στην ιερά μονή του Αγίου Παντελεήμονος της Λίμνης των Ιωαννίνων, ζήτησε από τον Θανάση Βάγια, μόλις θα πέθαινε, να σκοτώσει την Κυρά Βασιλική, για να μην περιέλθει στα χέρια των εχθρών του. Ο Θανάσης Βάγιας, όμως, παρότι ήταν ίσως ο πιο έμπιστος του Αλή, δεν τον άκουσε και η Κυρά Βασιλική μαζί μ' αυτόν, αλλά και άλλα πρόσωπα της αυλής του Αλή, οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Η μοίρα τους ήταν κοινή. Είναι Φεβρουάριος του 1822 και η Ελληνική Επανάσταση στο ξεκίνημά της με πολλές επιτυχίες στον ενεργητικό της. Είναι νομίζω δίκαιο να τονίσουμε ότι η ανταρσία του Αλή Πασά κατά της Υψηλής Πύλης ωφέλησε αφάνταστα τον αγώνα των Ελλήνων κατά των τυράννων τους. Αλλά ας δούμε εν συντομία τη ζωή και των δύο πριν από τη σύλληψή τους και τον πηγαιμό τους στην Κωνσταντινούπολη ως αιχμάλωτοι των σουλτανικών στρατευμάτων.

Α. Η Κυρά Βασιλική
Ποια ήταν η υπ' αριθμόν ένα ευνοούμενη του Αλή Πασά, αλλά και επίσημη σύζυγός του, η θρυλική Κυρά Βασιλική; Καταγόταν από το χωριό Πλισιβίτσα των Φιλιατών και ήταν εκπάγλου καλλονής, όπως μαρτυρείται από πηγές της εποχής της. Λέγεται ότι αιτία να πέσει στα νύχια του Αλή ήταν μια υπόθεση κατασκευής κίβδηλων νομισμάτων από κατοίκους του χωριού της, πολλοί από τους οποίους σφάχτηκαν από ανθρώπους του Πασά, ενώ άλλοι οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στα Γιάννενα. Ανάμεσα στους τελευταίους και ο πατέρας της Κυρά Βασιλικής Κίτσου, Κονταξής, η ίδια η Κυρά Βασιλική κια όλοι οι συγγενείς της. Λέγεται, ότι η Κυρά Βασιλική 12 χρόνων τότε, κατόρθωσε να πλησιάσει τον Αλή και να τον παρακαλέσει για τη σωτηρία των δικών της. Και έτσι ο πασάς τους χάρισε τη ζωή. Η ζωή της Κυρά Βασιλικής αλλάζει ριζικά. Η εμφάνισή της κατακτά τον Αλή, ο οποίος το 1808 τη νυμφεύεται παρότι ήταν νυμφευμένος με την Εμινέ, η οποία αντέδρασε, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η Κυρά Βασιλική απέκτησε μεγάλη επιρροή σε βαθμό που ο Αλής να μην της αρνείται τίποτε και να την έχει απόλυτα ελεύθερη μέσα στο σαράι, ακόμη και να ασκεί ανεμπόδιστα τα θρησκευτικά της καθήκοντα? γι' αυτό το τελευταίο τής επέτρεψε να διαρρυθμίσει ένα από τα δωμάτιά της σε εκκλησία και εκεί προσευχόταν στις άγιες εικόνες και άναβε το κεράκι της, καλούσε δε ιερέα και λειτουργούσε.
Ο Αλής πιεζόταν από τους Τουρκαλβανούς αξιωματούχους του να την εξισλαμίσει, αλλά αυτός δεν υπέκυψε στις επιθυμίες τους. Η Κυρά Βασιλική ήταν αληθινή βασίλισσα και τη δύναμή της αυτή τη χρησιμοποίησε για να βοηθάει τους Ρωμιούς που κινδύνευαν από τον «δράκο της Λίμνης», τον Αλή, πολλούς δε έσωσε από βέβαιο θάνατο.
Ως προς τη θρησκευτική ελευθερία που της επέτρεψε ο Αλής, αυτή δικαιολογείται, όχι τόσο από τη μεγάλη, την απεριόριστη αγάπη που της είχε, αλλά από το γεγονός ότι ο Αλής δεν ήταν «ορθόδοξος» μουσουλμάνος, αλλά «αιρετικός» μπεκτασής. Οι μπεκτασήδες ανήκουν στην αίρεση των Αλεβήδων, οι οποίοι ανέχονται τον χριστιανισμό, έχουν προσλάβει πολλά στοιχεία του και, τέλος πάντων, βρίσκονται σε προοδευτική κατεύθυνση, γι' αυτό και ο Αλή Πασάς δεν ενέχεται, από ό,τι γνωρίζω, σε εξισλαμισμούς? και είναι μύθος ότι πίεσε την Κυρά Βασιλική να γίνει μουσουλμάνα. Σ' αυτό ίσως να άσκησε επάνω του επιρροή και η σχέση του με τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό.
Η λαϊκή μούσα μας έδωσε με τον δικό της τρόπο τη δύναμη που είχε η Κυρά Βασιλική στο σαράι και την επιρροή της στον Αλή:
Βασιλική προστάζει? Βεζύρ Αλή Πασά
βάλτε φωτιά στα τόπια, κάψτε τα Γιάννενα...
Β. Ο Θανάσης Βάγιας
Ο Θανάσης Βάγιας ήταν από το ίδιο χωριό με τον Αλή, τη Λέκλη, και ίσως από το γεγονός αυτό να αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια πάρα πολύ στενή φιλία, σε σημείο που ο Αλής να του έχει απεριόριστη εμπιστοσύνη και ο Θανάσης Βάγιας τυφλή αφοσίωση? ήταν πραγματικά εκείνος που βρισκόταν πιο κοντά στον Αλή και πολλά περνούσαν από τα χέρια του.
Δεν θα επαναλάβουμε εδώ τις απόψεις διαφόρων Ελλήνων και ξένων περιηγητών για τον Θανάση Βάγια, γιατί δεν το επιτρέπει ο χώρος, αλλά και διότι είναι χιλιογραμμένα. Συνοψίζουμε, λοιπόν, ότι σήμερα η έρευνα δεν θεωρεί τον Θανάση Βάγια προδότη? αντιθέτως άνθρωπο ο οποίος βοήθησε το Γένος του και τους Ρωμιούς, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία που του είχε ο Αλής. Έσωσε ζωές.
Ως προς τη σφαγή των Γαρδικιωτών τώρα. Είναι γνωστό ότι ο Αλής εκδικήθηκε τους Γαρδικιώτες γιατί είχαν προσβάλει βάναυσα τη μητέρα του Χάμκω και την αδελφή του Χαϊνίτσα, πριν από την άνοδό του στην εξουσία. Γι' αυτό αποφάσισε τη σφαγή των κατοίκων του Γαρδικίου. Αποτάθηκε στους Τουρκαλβανούς, οι οποίοι αρνήθηκαν, διότι δεν ήθελαν να εξοντώσουν ομοθρήσκους τους. Έτσι στράφηκε στον χριστιανό Θανάση Βάγια. Από πουθενά δεν αποδεικνύεται ότι ο Θανάσης Βάγιας ήταν αρχηγός των δημίων του Αλή ή ότι ήταν υπεύθυνος για θανατώσεις ή βασανιστήρια εχθρών του πασά των Ιωαννίνων. (Βλ. Πρωτοσυγκέλλου Αθηναγόρα, Θανάσης Βάγιας.
Κωνσταντινούπολις, Μάιος του 1921). Βέβαια δεν ήταν άγιος, αλλά όχι και κατηγορούμενος για όσα του καταμαρτυρούν. Καμία σοβαρή ιστορική πηγή δεν τον αναφέρει ως ένοχο για εγκλήματα σε βάρος μάλιστα Ρωμιών. Ο Θανάσης Βάγιας, λένε, δέχτηκε την πρόταση του Αλή να εκδικηθεί τους Γαρδικιώτες, προφανώς γιατί του δινόταν η ευκαιρία να εκδικηθεί μουσουλμάνους Τουρκαλβανούς για τα εγκλήματα σε βάρος των Ρωμιών και του Γένους του. Αυτό ελέγχεται ανακριβές. Ο Χόλαντ, που περιγράφει λεπτομερώς την τραγωδία των Γαρδικιωτών, δεν αναφέρει τίποτε για συμμετοχή του Θανάση Βάγια στη σφαγή, διότι, κατά την πολιορκία του Γαρδικίου και του Αργυροκάστρου τραυματίστηκε και ετέθη εκτός μάχης, σώθηκε μάλιστα από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο οποίος τον μετέφερε μακριά από τον χώρο της μάχης. Στην υπηρεσία του Αλή, όπως είναι γνωστό, βρίσκονταν πολλοί Ρωμιοί καπεταναίοι, ειδικώς δε ως προς τον Ανδρούτσο, ο Αλής όφειλε ευγνωμοσύνη προς τον πατέρα του από τον καιρό που αυτός ήταν ακόμη μπέης και ο πατέρας του Οδυσσέα ισχυρός οπλαρχηγός.

Γ. Βασιλική-Βάγιας μαζίστην εξουσία
Αιχμάλωτοι, όπως είπαμε στην αρχή, Κυρά Βασιλική και Θανάσης Βάγιας μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Γ', με τη βοήθεια του «εσναφίου» των κρεοπωλών, στο οποίο, ας σημειωθεί, ανήκε ο Θανάσης Βάγιας από παλαιά, γιατί είχε κάμει κρεοπώλης στην Πόλη, κατόρθωσε να τους απελευθερώσει. Από έγγραφα μαρτυρείται ότι η Κυρά Βασιλική έδειχνε ζωηρότατο ενδιαφέρον για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, γεγονός που σημαίνει ότι και μέσα στο σαράι των Ιωαννίνων παρακολουθούσε και βοηθούσε, προφανώς, σ' αυτό τις κινήσεις του Αλή να έρθει σε επαφή με τους Έλληνες που κινούνταν μυστικά εναντίον της Υψηλής Πύλης ―με την οποία οι σχέσεις του πασά δεν ήταν καθόλου καλές― επιζητώντας την ανεξαρτησία του και τη μελλοντική άνοδό του στον θρόνο του σουλτάνου. Σ' αυτό οι Έλληνες ήταν για τον Αλή το καλύτερο μέσον. Άλλως, όμως, έδοξε η μοίρα...
Με τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (1827) η Υψηλή Πύλη πήρε αυστηρά μέτρα και συνέλαβε τον Θανάση Βάγια, την Κυρά Βασιλική και όλους τους άλλους που είχαν μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη και τους εξόρισε στην Προύσα. Με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους επέστρεψαν στην ελεύθερη Ελλάδα. Το 1831 χωρίζουν οι δρόμοι τους. Ο Θανάσης Βάγιας διορίστηκε σε δημόσια θέση και η Κυρά Βασιλική πηγαίνει στον οπλαρχηγό αδελφό της Γεώργιο Κίτσου. Κοντά του θα ζήσει ένα μικρό διάστημα και άγνωστο γιατί ―ίσως επειδή η αποστολή του δεν του επέτρεπε να είναι μαζί της― εγκαταστάθηκε μόνη στο «Ακαρνανικό καμποχώρι των Οινιαδών και πρωτεύουσα του ομώνυμου Δήμου...» (Κώνστας όπ. παρ., σελ. 63). Ο αδελφός της Βασιλικής πρέπει να πούμε ότι ήταν πολύ όμορφος ―ομορφόσογο ήταν όλη η οικογένεια― και φημισμένο παλικάρι « διηύθυνε την ηρωική αντίσταση της Ιερής Πόλης στα 1825-1826» (Κώνστας, όπ. παρ., σελ. 13).
Εκεί η Κυρά Βασιλική έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της ως το 1834. Όπως θα αποδειχθεί με έγγραφα που δημοσιεύονται στον παραπάνω τόμο των Απάντων του Κ .Σ. Κώνστα, είναι μυθεύματα, φαντασιώσεις ότι μεθούσε στα τελευταία της και πέθανε σε κατάσταση εξαθλίωσης και φτώχειας. Μυθεύματα είναι και πολλά άλλα για τη θρυλική αυτή Ελληνοπούλα με την περιπετειώδη ζωή.
Στην Κατοχή υπάρχουν και σήμερα τα ερείπια του πύργου της, της «Κούλιας», στον οποίο έζησε αυτοφυλακισμένη, γιατί οι εμφανίσεις της ήταν σπάνιες. Κάτοικοι της Κατοχής, για να την υποχρεώσουν να εμφανίζεται, πήγαιναν κάτω από τα παράθυρά της και της τραγουδούσαν συνοδεία οργάνων:
Νάταν οι κάμποι θάλασσα και τα βουνά ποτάμια / να πνίγονταν ο Τάταρης πούφερνε τα φιρμάνια, / Βασιλική φωνάζει τον γέροντ' Αλή Πασά:
―Μάσε τους μπιμπασήδες και μέρασ' τους φλωριά / και βάλε τους σε όρκο μην κάμουν μπαμπεσιά!
.........................................................................
Σήκω κυρά Βασιλική και βγάλε το φακιόλι / και το κεφάλι τ' Αλή Πασά να πάνε για την Πόλη. / Ξύπνα καημένε Αλή Πασά και βάλε τη σιουμπάρα / να ιδής την Κυρά Βασιλική με το Θανάση Βάγια...
Από έγγραφα λοιπόν, που παραθέτει ο Κ. Σ. Κώνστας η Κυρά Βασιλική είχε πάνω από ογδόντα δαμάλια, για τα οποία καλεί να πληρώσει κοινοτικό φόρο.
Στον ιερό ναό των Ταξιαρχών του Αιτωλικού που ετάφη, έκαμε δωρεά μια καμπάνα με αρκετή ποσότητα ασημιού μέσα της και με την επιγραφή: «Ζήτω Όθων, Βασιλεύς της Ελλάδος, 1834. Βασιλική Κίτσου». Δυστυχώς την καμπάνα αυτή την έλιωσαν πριν από κάποια χρόνια και έφτιαξαν την καμπάνα του ρολογιού του νέου ναού των Ταξιαρχών. Μια άλλη μαρτυρία που καταρρίπτει τον μύθο ότι πέθανε φτωχή και σε άθλια κατάσταση είναι και το γεγονός ότι η κόρη του Δημητρίου Παλαμά, θείου του ποιητή, Μάσιγγα (Μαρία) Παλαμά είχε κληρονομήσει από τους γονείς της, πολλά χρυσά, δακτυλίδια, σκουλαρίκια και πολλά άλλα κοσμήματα της Κυρά Βασιλικής, μεγάλης αξίας και τέχνης... αγορασμένα με οχτακόσια δίστηλα απο τον Αιτωλικιώτη προστάτη της Πράσινο το 1839. (Βλ. Κ. Σ. Κώνστα, όπ., παρ., σελ 64 και Κώστα Σαρδελή, Ο ασάλευτος ταξιδιώτης, τόμος 3ος. Έκδ. Εστίας).
Μετά τον θάνατό της, η περιουσία της, κατασπαράχτηκε από επιτήδειους, που την εκμεταλλεύτηκαν και εν ζωή. Ο αδελφός της Γεώργιος Κίτσου, συνταγματάρχης, αγωνίστηκε, αλλά μάλλον μάταια για τη διάσωση «των πολυτίμων... πραγμάτων...».