Προηγούμενο     Αρθρα    Επόμενο

ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΛΟΪΖΑ

Στην Ευρώπη του 12ου αιώνα, η κοινωνία ήταν καταπιεσμένη και δεχόταν μεγάλες επιρροές σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (κληρικοί, ευγενείς, δουλοπάροικοι). Δεν θα μπορούσαν φυσικά να απουσιάζουν οι μεγάλες επιρροές και στη φιλοσοφία όπου η ελληνική σκέψη, η ελεύθερη διαλεκτική, και η εξέταση παντός φιλοσοφικού ζητήματος συγκρούονταν έντονα με τον «μυστικισμό» και δυσκόλευαν πολύ την ισορροπία μεταξύ πίστης και λογικής. Ένα διπλό γραφειοκρατικό σύστημα, κοσμικό και εκκλησιαστικό, περιέβαλλε την κοινωνία αναγκάζοντας τους φιλοσόφους του Μεσαίωνα να παραμένουν πιστοί στην Εκκλησία και στο Κράτος. Παρά το αυστηρό κλίμα, όμως, κάποιοι φιλόσοφοι με ανήσυχο πνεύμα, προσπάθησαν να απελευθερωθούν από τα δεσμά του φιλοσοφικού «κανόνα» που ακολουθούσε η εποχή και αγωνίστηκαν, ο καθένας μέσα από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, για να προσφέρουν με τις κριτικές τάσεις τους στην ανώτατη εκπαίδευση του Μεσαίωνα την πανεπιστημιακή ελευθερία. Μια τέτοια περίπτωση φιλοσόφου, με ανεξάντλητη μαχητική δύναμη, είναι του Πέτρου Αβελάρδου, ο οποίος στα 25 του χρόνια είχε ήδη αποκτήσει τεράστια φήμη.

Ο ζηλόφθονος διδάσκαλος

Ποιος όμως ήταν αυτός ο φιλοσόφος, που τόσο πολύ αγαπήθηκε και συνάμα πολεμήθηκε τόσο ώστε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του 12ου αιώνα, την ανακάλυψη του έρωτα, να τη βιώσει με τον τραγικότερο τρόπο;

Ο Πέτρος Αβελάρδος γεννήθηκε στο Παλέ της Γαλλίας το 1079. Η μεγάλη αγάπη του για τις φιλοσοφικές μελέτες τον ώθησε να παραχωρήσει το επάγγελμα των όπλων, όπως και το κληρονομικό δικαίωμα του πρωτότοκου στ’ αδέλφια του, και να στραφεί προς τις σπουδές. Ο ίδιος σ’ ένα σύγγραμμά του βεβαιώνει «...και καθώς προτιμούσα την πανοπλία των διαλεκτικών επιχειρημάτων και τα κληροδοτήματα της φιλοσοφίας, αντήλλαξα άλλα όπλα αντ’ αυτών, τρέφοντας μεγαλύτερο σεβασμό για την ακαδημαϊκή διαμάχη, παρά για τα τρόπαια του πολέμου».

Στο Παρίσι, η ανάγκη να γκρεμίσει τα είδωλα τον οδήγησε σε σύγκρουση με τον διασημότερο καθηγητή του, Γουλιέλμο ντε Σαμπώ, ο οποίος αρχικά τον δέχτηκε με μεγάλη θέρμη. Αργότερα όμως τον αντιπάθησε σφοδρά. Ο Αβελάρδος, στην προσπάθειά του να αντικρούσει κάποιες απόψεις του δασκάλου του, ενεπλάκη σε αντιδικίες, στις οποίες αρκετές φορές υπερείχε εξαιτίας των ορθών επιχειρημάτων του. Αυτό όμως αγανακτούσε τους κορυφαίους συναδέλφους του, οι οποίοι ήσαν μεγαλύτεροι σε ηλικία και υπερτερούσαν σε χρόνια μελέτης. Αυτός ο φθόνος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη φήμη του Αβελάρδου, η οποία μεγάλωνε ταχύτατα.

Πολύ νωρίς του δημιουργήθηκε η μεγάλη επιθυμία να διδάξει. Όταν το όνειρό του έγινε πραγματικότητα στην πόλη Μελέν, ο δάσκαλός του εξοργίστηκε και αποπειράθηκε να υπονομεύσει τους μαθητές του Αβελάρδου. Με τον φθόνο του, όμως, το μόνο που κατάφερε ήταν να χαρίσει στον μαθητή του περισσότερους υποστηρικτές.

Η αλήθεια είναι ότι η διδασκαλία του νεαρού Αβελάρδου ενθουσίαζε τους μαθητές και δημιουργούσε οπαδούς. Ίδρυσε σχολή στο Κορμπέιγ και αφοσιώθηκε στο έργο του με όλες του τις δυνάμεις μέχρι «τελικής πτώσεως». Όπως ο ίδιος γράφει «... καθώς απέκτησα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, μετέφερα τις τάξεις μου στην Κορβίγη, η οποία βρίσκεται πιο κοντά στο Παρίσι, δίνοντας με αυτή μου την ενέργεια αφορμή για περισσότερους ρητορικούς διαξιφισμούς. Λίγο αργότερα κατέρρευσα σωματικά, ως αποτέλεσμα του υπερβάλλοντος ζήλου μου για τη μελέτη, και αναγκάστηκα να επιστρέψω στην πατρίδα μου και, καθώς για πολλά χρόνια βρισκόμουν εκτός Γαλλίας, τα άτομα τα οποία προσείλκυε η μελέτη της διαλεκτικής, αποζητούσαν με ακόμη μεγαλύτερο πάθος τη διδασκαλία μου».

Όταν ο Αβελάρδος επέστρεψε στο Παρίσι, όπου άρχισε να διδάσκει διαλεκτική, ο Γουλιέλμος είχε στο μεταξύ προαχθεί στους ανώτερους ιερατικούς βαθμούς και είχε χριστεί επίσκοπος. Το νέο αξίωμά του, όμως, δεν κατασίγασε τη μανία του να πολεμήσει τον νεαρό μαθητή του με όλα τα όπλα. Έτσι άρχισε να τον κατηγορεί, σε προσωπικό επίπεδο, αποβλέποντας έτσι στην αντικατάστασή του από άλλο άτομο, εχθρικό προς αυτόν. Ο Αβελάρδος υποχρεώθηκε να επιστρέψει στη Μελέν. Όμως αυτό το γεγονός δεν έφερε την αναμενόμενη νίκη στον Γουλιέλμο. Αντιθέτως, σήμανε το τέλος του. Όλοι οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν και ο επίσκοπος εγκατέλειψε με τη σειρά του τη διδασκαλία. Είναι η στιγμή που ο Αβελάρδος επιστρέφει θριαμβευτής.

Ο παράφορος έρωτας

Η λαμπρή πορεία του Πέτρου Αβελάρδου ξαφνικά αλλάζει το 1118 εξαιτίας της μυθιστορηματικής ερωτικής περιπέτειάς του με τη δεκαπεντάχρονη Ελοΐζα, ανιψιά τού γέροντα εφημέριου Φυλμπέρ. Η Ελοΐζα ήταν γνωστή σε ολόκληρη τη Γαλλία για τη μόρφωσή της. Ο Φυλμπέρ εμπιστεύεται την πνευματική καλλιέργεια της ανιψιάς του στον Αβελάρδο και τον προσλαμβάνει εσωτερικό δάσκαλό της. Ο κίνδυνος παραμονεύει...

Η πνευματική επαφή μεταξύ δασκάλου και μαθήτριας δεν άργησε να εξελιχθεί σε σαρκική κι ένας μεγάλος έρωτας να ανθίσει κρυφά στο σπίτι του εφημέριου. Όπως ο ίδιος ο φιλόσοφος γράφει «ενωθήκαμε κάτω από την ίδια στέγη... Με την πρόφαση πως μελετούμε περνούσαμε ώρες ολόκληρες μέσα στη γλύκα του έρωτα... Τα φιλιά μας ήσαν περισσότερα από τα λόγια μας... Τα χέρια μου πιο πολύ ζητούσαν την αγκαλιά της παρά τα βιβλία... Ο έρως γέμιζε τα βλέμματά μας».

Η ρομαντική, όμως, ιστορία του Πέτρου και της Ελοΐζας παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις όταν στα σπλάχνα της μικρής μαθήτριας του φιλοσόφου αρχίζει να μεγαλώνει ο καρπός του έρωτά τους. Εδώ ξεκινάει ο Γολγοθάς για τους ανήσυχους εραστές. Ο Αβελάρδος μεταφέρει κρυφά την αγαπημένη του στη Βρετάνη. Εκεί η Ελοΐζα φέρνει στον κόσμο τον Πέτρο-Αστρολάβο. Ο Αβελάρδος θέλει να νομιμοποιήσει τη σχέση του μαζί της μα εκείνη τον εμποδίζει. Μ’ ένα γράμμα της τον συμβουλεύει να εγκαταλείψει την ιδέα του γάμου, για να μην χαλάσει η πνευματική σταδιοδρομία του: «...δεν θα μπορέσεις να φροντίζεις και τη σύζυγο και τη φιλοσοφία. Πώς θα συμβιβάσεις τις υποχρεώσεις τού καθηγητή και του υπηρέτη, της βιβλιοθήκης και της κούνιας, της πένας και της διάστρας; Έχεις ανάγκη να συγκεντρωθείς στους φιλοσοφικούς σου στοχασμούς. Θα μπορέσεις να ανεχτείς τα κλάματα του μωρού, τα νανουρίσματα της τροφού, τον συνεχή θόρυβο του υπηρετικού προσωπικού; Πώς θα αντέξεις τις βρωμιές που κάνουν διαρκώς τα μικρά παιδιά;

Οι πλούσιοι μπορούν γιατί έχουν ένα παλάτι ή ένα μεγάλο σπίτι που τους επιτρέπει να απομονωθούν, τα πλούτη τους επαρκούν για όλα τα έξοδα και δεν χρειάζεται να σταυρώνονται καθημερινά για τις υλικές ανάγκες. Οι διανοούμενοι δεν βρίσκονται στην ίδια θέση και όσοι ασχολούνται με χρήματα και υλικές ανάγκες δεν μπορούν να αφοσιωθούν στο έργο του θεολόγου ή του φιλοσόφου».

Ο «τιμωρός» θείος

Ο Αβελάρδος αρνείται να δεχτεί τη θυσία της Ελοΐζας και επιμένει να τη νυμφευθεί. Εκείνη υποκύπτει στο γεγονός ότι ο γάμος τους θα μείνει κρυφός και ενημερώνει τον θείο της. Όμως ο Φυλμπέρ δεν συμφωνεί με την ιδέα αυτή. Παρ’ όλο που παρευρέθη στην τελετή του μυστικού γάμου επιμένει να τον δημοσιοποιήσει. Αυτή η έντονη επιθυμία βέβαια δεν αποσκοπούσε στην «πατρική» ικανοποίησή του αλλά στη μείωση του κύρους του Αβελάρδου, αφού παρά την τροπή των πραγμάτων, δεν εννοεί να τον συγχωρήσει.

Το ζευγάρι ασφυκτιά μπροστά στην επιμονή του Φυλμπέρ και ο Αβελάρδος αποφασίζει να στείλει την Ελοΐζα στο μοναστήρι του Αρζαντέιγ, ντυμένη μοναχή, μέχρι να κοπάσουν τα σχόλια. Έτσι ο Αβελάρδος επιστρέφει στη σχολή του, για να συνεχίσει τις παραδόσεις του ελπίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο θα ηρεμήσει λίγο τα πνεύματα. Όμως ο Φυλμπέρ θύμωσε. Θεώρησε ότι τον εξαπάτησαν. Το μίσος και το συναίσθημα της εκδίκησης φώλιασαν στην καρδιά του.

Μια νύχτα, λοιπόν, πλήρωσε καλά έναν υπηρέτη του φιλοσόφου, για να διευκολύνει αυτόν και την παρέα του να μπουν στο σπίτι του Αβελάρδου . Οι μπράβοι του αφαίρεσαν κάθε ίχνος ανδρισμού ευνουχίζοντάς τον. Το ξημέρωμα τον διέσυραν ακρωτηριασμένο μπροστά στον κόσμο που είχε μαζευτεί και τον ανάγκασαν να αποσυρθεί ντροπιασμένος στο αβαείο του Σαιν Ντενί.

Ένας ακρωτηριασμένος μαχητής

Το πάθος του Αβελάρδου για τη μελέτη επουλώνει σιγά σιγά τα τραύματά του. Οι μαθητές του τον παρακαλούσαν να ξαναρχίσει τη διδασκαλία του. Γράφει την πρώτη πραγματεία περί θεολογίας. Η μεγάλη επιτυχία που σημείωσε ήταν πρόκληση για τους αντιπάλους του. Επωφελούμενοι από τις συμφορές του, τον κατεδίωκαν. Η διδασκαλία του ανησύχησε την Καθολική Εκκλησία, ειδικότερα όταν κήρυξε ότι η αμφιβολία είναι η αφετηρία που οδηγεί στην έρευνα. Η κατάσταση οξύνθηκε όταν δίδαξε ότι η αμαρτία υπάρχει μόνο όταν συντρέχει κακή και δόλια πρόθεση, γιατί θεωρήθηκε αιρετικός αφού αρνιόταν το προπατορικό αμάρτημα. Συνέπειες των θεωριών του υπήρξαν οι αλλεπάλληλες διώξεις και τα βασανιστήρια στα οποία πρωταγωνιστής υπήρξε ο δεινότερος πολέμιός του, Βερνάρδος του Κλαιρβώ, ο οποίος ανακηρύχθηκε «άγιος» από την Καθολική Εκκλησία. Ο Άγιος Βερνάρδος τον κατεδίωκε έως ότου συνεκλήθη Σύνοδος στη Σουασόν όπου ο μεγάλος φιλόσοφος καταδικάστηκε ως επικίνδυνος αιρετικός. Ο διασυρμός του Αβελάρδου είχε φτάσει στο ύψιστο σημείο. Τα βιβλία του καίγονται στην πλατεία του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη. Ο φιλόσοφος, ψυχικό ράκος, καταφεύγει στο μοναστήρι του Κλυνύ όπου στις 21 Απριλίου του 1142 αφήνει την τελευταία του πνοή. Η Ελοΐζα, πριν κι εκείνη κλείσει τα μάτια της, ζήτησε να ταφεί δίπλα στον άνδρα της που τόσο λάτρεψε.

Το έργο του φιλοσόφου

Ο Αβελάρδος δεν ήταν απλώς ένας μορφωμένος άνδρας που καταπιάστηκε με τη φιλοσοφία τη σκληρή περίοδο του Μεσαίωνα. Ήταν μέγας υπέρμαχος της διαλεκτικής και πολλοί ιστορικοί των νεώτερων χρόνων τον χαρακτήρισαν ως τον μεγαλύτερο ελευθερόφρονα του Μεσαίωνα, ως πρόδρομο του Γάλλου διαφωτιστή Ρουσσώ και του Γερμανού φιλοσόφου Καντ (ιδρυτή της κριτικής φιλοσοφίας).

Με πρωτοφανή απλότητα κάνει εισαγωγή στην έλλογη σκέψη το 1122 μ.Χ. με τα έργα του «Εγχειρίδιο περί Λογικής για Αρχάριους» (Logica ingredientibus), και «Ναι και Όχι» (Sic et Non). Την ίδια διάθεση διατηρεί και στο έργο του «Ηθικά ή Γνώθι σαυτόν» (Ethica seu scito te ipsum) όπου στέκεται στον όρο αμαρτία με ψυχαναλυτική διάθεση. Τη σκληρή, βάρβαρη θα λέγαμε, εκείνη εποχή, όπου ένας κατάλογος αμαρτημάτων με τις αντίστοιχες ποινές είχε πλήρη και πιστή εφαρμογή, ο Αβελάρδος βοήθησε στη μεταβολή αυτής της τιμωρού στάσης απέναντι στην αμαρτία, δίνοντας περισσότερη σημασία στον άνθρωπο και στην πρόθεσή του να μετανοήσει. Όπως γράφει «η μεταμέλεια της καρδιάς εξαλείφει το αμάρτημα, δηλαδή την περιφρόνηση προς τον Θεό ή τη σύμφωνη γνώμη για το κακό. Γιατί το έλεος του Θεού, που εμπνέει αυτή τη μεταμέλεια, δεν συμβιβάζεται με το αμάρτημα».

Αν τα έργα που προαναφέραμε παρουσιάζουν τον Αβελάρδο, με απλά λόγια, ως λογικό και ηθικό, τότε θα πρέπει να του προσθέσουμε και το χαρακτηριστικό του ανθρωπιστή, ειδικότερα με το έργο του «Διάλογος ανάμεσα σ’ ένα φιλόσοφο (ειδωλολάτρη), έναν Εβραίο και έναν Χριστιανό», που άρχισε να γράφει τους τελευταίους μήνες της ζωής του στο Κλυνύ. Σε αυτό το έργο εντυπωσιάζει η προσπάθειά του να αναδείξει το κοινό στοιχείο που χαρακτηρίζει τις τρεις θρησκείες οι οποίες, κατά τον Αβελάρδο, αντιπροσώπευαν το ύψιστο της ανθρώπινης σκέψης και την αναγνώριση κάθε ανθρώπου ως υιού του Θεού.

Όμως το μικρόβιο της κακίας, που τόσο προσβάλλει τα περισσότερα μέλη της κοινωνίας, με ή χωρίς μόρφωση, βασάνισαν με τον πιο σκληρό τρόπο αυτόν τον διανοούμενο που τόσα πολλά πρoσέφερε σε μια σκοτεινή εποχή δίχως να ζητήσει ανταλλάγματα, μα έχοντας στην καρδιά βαθιά μια μονάχα επιθυμία: να ζήσει το μεγαλείο του έρωτα. Αυτό το υπέροχο συναίσθημα που χαρίζει στον άνθρωπο φτερά. Που τον οδηγεί σε πρωτόγνωρα μονοπάτια ευτυχίας. Που κάθε άνθρωπος έχει την ανάγκη και το δικαίωμα να ζήσει.

Πηγές

• Η Δυτική Ευρώπη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, Απ. Β. Δασκαλάκη, Αθήνα 1959.

• Η Αρχαιοελληνική συμβολή στη διαμόρφωση της Ευρώπης του Μεσαίωνα, Γιώργος Σ. Μάρκου, Περίπλους.

•Οι διανούμενοι στο Μεσαίωνα, Ζακ Λε Γκοφ, Κέδρος.

• Η γυναίκα και ο πολιτισμός του Μεσαίωνα, Άννα Σταματελάτου, Αθήνα 1966.

• Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου».

.