Ελευθέριος Βενιζέλος: Ένας εκσυγχρονιστής ― μεταρρυθμιστής της Ελλάδας (1910-20)

Στη νεοελληνική ιστορία, ο Βενιζελισμός αντιπροσωπεύει την πιο φιλόδοξη δυναμική και ολοκληρωμένη προσπάθεια του αστικού εκσυγχρονισμού*. Ηγέτης και κύριος εκφραστής του ήταν ο Ελ. Βενιζέλος, του οποίου τα πολιτικά οράματα ανταποκρίνονταν στις τότε ανάγκες της νεοελληνικής κοινωνίας κατά την περίοδο 1910-1920.

 

Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΙΚOΥΛOΣ



Η ΠΡOΣΩΠΙΚOΤΗΤΑ του Βενιζέλου και η ιδεολογία του συνετέλεσαν στην πρακτική εφαρμογή του «αστικού»* και κατ’ επέκταση του κρατικού εκσυγχρονισμού. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο κρατικός εκσυγχρονισμός επηρεάζει τον τρόπο ζωής, την έκφραση και τη σκέψη της νεοελληνικής κοινωνίας.

Η επίδραση αυτή εντοπίστηκε εξίσου στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο των Ελλήνων. Από το 1910 (έτος ανόδου του Βενιζέλου στην εξουσία) ως το 1920 (ήττα των βενιζελικών στις εκλογές ― επιστροφή του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα), ο εκσυγχρονισμός συνδέθηκε και με την ενοποίηση της χώρας μας, πιο συγκεκριμένα με την επέκταση των ορίων της ελληνικής επικράτειας και την απελευθέρωση των κατεχομένων από άλλες δυνάμεις εδαφών. Η ενοποίηση προσέφερε στον αναδυόμενο εκσυγχρονισμό την απαραίτητη και έκτοτε αναντικατάστατη πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίησή του. Η ιδεολογία του Βενιζελισμού εξετάζεται σε δύο φάσεις, στην πρώτη πρωθυπουργία, της περιόδου 1910-1920, και στη δεύτερη, της περιόδου 1928-1932.

Κατά την περίοδο 1910-20, ο αστικός εκσυγχρονισμός συνυπήρχε με τον αλυτρωτισμό, ο οποίος επικεντρώθηκε στην εφαρμογή της «Μεγάλης Ιδέας». Κατά την περίοδο 1928-32, η «Μικρασιατική Καταστροφή», με όλα τα παρεπόμενά της, άσκησε επίδραση στην τότε ελληνική πολιτική και κοινωνία, ώστε να αλλάξει και το περιεχόμενο του Βενιζελισμού. Ο αστικός εκσυγχρονισμός της δεύτερης περιόδου συνδέθηκε με την «οικοδόμηση ενιαίου κράτους», με ιδεολογικό επιστέγασμα την «αβασίλευτη δημοκρατία», στην οποία ο Βενιζελισμός επιχείρησε να προσδώσει ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Στο σημείο αυτό θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη μεταρρυθμιστική πολιτική της πρώτης πρωθυπουργίας του Εθνάρχη.

Θεσμικές μεταρρυθμίσεις (1910-20)

Το σχέδιο της κυβέρνησης του Βενιζέλου για τον αστικό εκσυγχρονισμό της Ελλάδας εφαρμόστηκε αρχικά στην οργάνωση του κράτους. Στην καθολικότητά του συμπεριέλαβε συγχρόνως και την οργάνωση της ίδιας της κοινωνίας. Στο κείμενο του Συντάγματος του 1911 γίνεται λόγος για την ανακαίνιση των ήδη ισχυόντων συνταγματικών θεσμών. Η συνταγματική αναθεώρηση του 1911 συνδέθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864, θέσπισε νέες διατάξεις και επέτρεψε να υλοποιηθεί το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Βενιζέλου. Έτσι τέθηκαν οι βάσεις και τα πλαίσια για τη θέσπιση και την κατοχύρωση εκσυγχρονιστικής νομοθεσίας.
Στο συνταγματικό κείμενο του 1911 καθοριστικός παράγοντας στις όποιες μεταρρυθμίσεις είναι η θεσμοθέτηση του «κράτους Δικαίου», ώστε οι φορείς και τα όργανα της κρατικής εξουσίας να ενεργούν πάντοτε σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους? περιλαμβάνεται η συνταγματική τόνωση των φιλελευθέρων και δημοκρατικών στοιχείων του τότε ισχύοντος πολιτεύματος.
O εκσυγχρονισμός του Βενιζέλου, όσον αφορά στον πολιτικό βίο της Ελλάδας του 1910, περιελάμβανε τις ακόλουθες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις:

  • Μείωση της απαιτούμενης ηλικίας των εκλογίμων ως βουλευτών από το 30ό στο 25ο έτος.
  • Αποκλεισμό των «εν ενεργεία» στρατιωτικών από το βουλευτικό αξίωμα.
  • Καθιέρωση του «ασυμβίβαστου» της ιδιότητας του βουλευτή προς ορισμένες ιδιωτικές θέσεις προνομιούχων εταιρειών ή επιχειρήσεων.
  • Καθιέρωση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.
  • Ανάθεση του ελέγχου του κύρους των βουλευτικών εκλογών σε ειδικό δικαστήριο (εκλογοδικείο), αποτελούμενο από τακτικούς δικαστές? μέχρι το 1911 την αρμοδιότητα αυτή είχε η Βουλή των Ελλήνων.
  • Καλύτερη κατοχύρωση της «δικαστικής ανεξαρτησίας» με την καθιέρωση της μονιμότητας των δικαστών. Γι’ αυτό τον σκοπό, ανατέθηκε η αρμοδιότητα τοποθετήσεων, μεταθέσεων και προαγωγής των δικαστικών σε «Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο».
  • Βελτιωμένη προστασία ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων (ιδίως της «προσωπικής ελευθερίας» και του «ασύλου της κατοικίας»).
  • Καθιέρωση της υποχρεωτικής και δωρεάν στοιχειώδους εκπαίδευσης.
    Στο θεσμικό πλαίσιο του αστικού εκσυγχρονισμού, περιλαμβανόταν και η ίδρυση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Υπό την αιγίδα του ψηφίστηκαν το 1914 οι βασικοί νόμοι για τα εμποροβιομηχανικά επιμελητήρια (Ν.184), τα γεωργικά επιμελητήρια (Ν.280), τα σωματεία (Ν.181) και τους γεωργικούς συνεταιρισμούς (Ν.602).
    Με τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του 1911, δημιουργήθηκε, για πρώτη φορά στα ελληνικά πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα, ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο για την ορθολογική οργάνωση και έγκυρη εκπροσώπηση όλων των βασικών ταξικών συμφερόντων, με τη μορφή νομικών προσώπων τόσο του δημοσίου (επιμελητηρίου) όσο και ιδιωτικού δικαίου (συνεταιρισμών) για τους αγρότες και επαγγελματικών σωματείων για όλους τους άλλους εργαζόμενους.


Μεταρρυθμίσεις στην ελληνική οικονομία (1910-20)

O Βενιζέλος προσπάθησε να θέσει τα «θεμέλια» για την οικονομική πολιτική της Ελλάδας κατά την περίοδο 1910-20. Το δείγμα της πολιτικής της βενιζελικής παράταξης στον τομέα της οικονομίας φαίνεται με τη δημιουργία εξειδικευμένων οικονομικών υπηρεσιών (μεταξύ αυτών και του συντονιστικού τους οργάνου, του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας). Αρκετά ιδιόμορφη ήταν η στάση του Βενιζέλου και των στελεχών της κυβέρνησής του απέναντι στη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας, την οποία δικαιολογούσαν ως εξής: η Μεγάλη Ελλάδα, όταν θα επανερχόταν η ειρήνη, δεν επρόκειτο να ασχοληθεί με τη βιομηχανία, για την ανάπτυξη της οποίας δεν είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, το σχετικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Αντιθέτως, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα συνδεόταν με την απόδοση ανάλογης βαρύτητας στη γεωργία, στο εμπόριο και στη ναυτιλία. Εντούτοις, ο κρατικός παρεμβατισμός εντοπιζόταν και στον τομέα της βιομηχανίας με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • O «δεδομένος» προστατευτισμός της εμπόλεμης περιόδου (1912-18) αντικαταστάθηκε μετά το 1918, με την κρατική δασμολογική προστασία. Οι υψηλοί εισαγωγικοί δασμοί για όλα τα ξένα βιομηχανικά προϊόντα δεν αποτελούσαν τμήμα κάποιας συγκεκριμένης στρατηγικής σχετικά με τη βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας, αλλά ήταν μέσο αύξησης των κρατικών εσόδων.
  • Το κράτος δεν ακολουθούσε πολιτική ενίσχυσης των επενδύσεων στον βιομηχανικό τομέα, ενώ οι τράπεζες (μεταξύ αυτών και η «Εθνική Τράπεζα Ελλάδος») και οι πιστωτές ιδιώτες είχαν αποκλείσει τον αναφερόμενο τομέα από τον κύκλο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.
Υπήρχε τότε (και ακόμη ισχύει «εν μέρει») η άποψη ότι η Ελλάδα δεν ήταν χώρα κατάλληλη για την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Αντίθετα, το εμπόριο, και ιδιαίτερα το εξαγωγικό, προσέφερε πιο ευνοϊκές ευκαιρίες για βραχυπρόθεσμες ευκίνητες επενδύσεις.
Το ελληνικό κράτος, κατά την περίοδο 1910-20, προσπάθησε να βελτιώσει, από άποψη εξοικονόμησης πόρων, τη δύσκολη θέση της εγχώριας βιομηχανίας, αλλά ασκούσε «βιομηχανική προστασία», χωρίς συγχρόνως να ασκεί ή να έχει βιομηχανική πολιτική. Επιπλέον, η βιομηχανική ανάπτυξη συνδέθηκε με τον εμπορευματικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας. Αποδόθηκε μια μερική και παραπλανητική, ως έναν βαθμό, εκδοχή της ευκαιριακής και οπισθοδρομικής ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας (σχετικά με τον προσανατολισμό, το μέγεθος, την τεχνολογία και την παραγωγικότητα των μονάδων της) στον ανύπαρκτο ορθολογισμό της κρατικής δασμολογικής πολιτικής. Αντίθετα, η μη αξιοποίηση εγχωρίων πηγών ενέργειας, η ανυπαρξία κεφαλαίων και τεχνικής εκπαίδευσης, ήταν παράγοντες που έθεταν αντικειμενικά όρια στη βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας του 20ού αιώνα.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο βιομηχανικός τομέας απορροφούσε περιορισμένα κεφάλαια. Ενώ οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν ως κύριο είδος τα καταναλωτικά αγαθά, οι ξένες επενδύσεις επικεντρώνονταν στον κλάδο των μεταλλείων. Η Ελλάδα των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα εξήγε τη μεταλλευτική παραγωγή της σε ακατέργαστη κυρίως μορφή (και ένα τμήμα της μετά από στοιχειώδη καθαρισμό), εισάγοντας από το εξωτερικό τα αντίστοιχα έτοιμα μέταλλα.


Η αγροτική οικονομία (1910-20)

Η αγροτική μεταρρύθμιση της περιόδου 1910-20 ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον τομέα της αγροτικής οικονομίας. Μπορεί να μην υπήρξε άμεση, αλληλένδετη σχέση μεταξύ του «αστικού εκσυγχρονισμού» και της αγροτικής μεταρρύθμισης του Βενιζέλου, εντούτοις έγινε η πρώτη απόπειρα για την εφαρμογή αγροτικής πολιτικής και την άμεση / έμμεση σύνδεσή της με τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας (δηλ. με την εκβιομηχάνιση και την εκμηχάνιση ενός μέρους της αγροτικής παραγωγής). Η αγροτική μεταρρύθμιση περιελάμβανε τη διανομή της γης, την αναδιάρθρωση και εκμηχάνιση των καλλιεργειών και την εισαγωγή θεσμών «γεωργικής πίστης» (π.χ. αγροτικές τράπεζες). Πολλοί εκπρόσωποι της βενιζελικής παράταξης υποστήριζαν τη σημασία που είχε η διανομή των κτημάτων για την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας. Ο ίδιος ο Βενιζέλος στο νομοθετικό έργο του 1910 προσπάθησε να είναι μετριοπαθής και επιλεκτικός σχετικά με το ποια μεγάλα κτήματα θα διανέμονταν στους καλλιεργητές τους. Η κρατική παρέμβαση στις οικονομικές δραστηριότητες του πληθυσμού της υπαίθρου αποσκοπούσε στη δημιουργία της αναγκαίας τεχνικής υποδομής για την ανάπτυξή της, με αποτέλεσμα την κινητικότητα του κεφαλαίου και της εργατικής δύναμης. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις επίσης προέβλεπαν έργα εξυγίανσης της υπαίθρου. Παράλληλα εμφανίστηκαν πολλά νέα αγροτικά κέντρα με τον εποικισμό της ελληνικής υπαίθρου. Ήταν, όμως, πραγματικά επιτυχημένες και αποτελεσματικές οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις του Βενιζέλου κατά την περίοδο της πρώτης πρωθυπουργίας του (1910-20); Είναι γεγονός ότι αυξήθηκε η καλλιεργήσιμη γη, αλλά επήλθε μείωση του εισοδήματος των κτηνοτρόφων. Η «ευαίσθητη οικονομία» των ορεινών περιοχών δέχθηκε πλήγμα εξαιτίας αυτού του γεγονότος και οι κάτοικοι αναγκάζονταν να στραφούν σε καλλιέργειες χαμηλής απόδοσης, προκειμένου να εξασφαλίσουν το εισόδημά τους. Επιπλέον, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν τελείως ακατάλληλες και είχαν χαμηλή απόδοση, με συνέπεια την άσκηση πίεσης στους αγρότες, ενώ μειώθηκε η συνολική απόδοση των καλλιεργειών σε πανελλαδικό επίπεδο. Επομένως, οι επαγγελθείσες αγροτικές μεταρρυθμίσεις δεν αποτέλεσαν τον παράγοντα που ώθησε ή δεν παρεμπόδισε, εντελώς, την οικονομική ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών της χώρας. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις ήταν αναποτελεσματικές, εφόσον δεν μπόρεσαν να δώσουν στην αγροτική οικονομία τα ερεθίσματα που οδηγούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Άλλοτε, πάλι, με τη διάσπαση των παραδοσιακών ισορροπιών του αγροτικού χώρου, οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις της βενιζελικής παράταξης, στις περισσότερες περιπτώσεις, οδήγησαν μεγάλες ομάδες του ελληνικού αγροτικού πληθυσμού σε σημαντική εισοδηματική συρρίκνωση. Τέλος, η απόκτηση ιδιόκτητης γης (από τα πρώην τσιφλίκια) μετέβαλε τις μέχρι τότε ισχύουσες δομές της εγγείου ιδιοκτησίας, αλλά δεν ανανέωσε τις δομές της αγροτικής παραγωγής προς μία κατεύθυνση, η οποία θα ευνοούσε την όποια «καπιταλιστική ανάπτυξη».

Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις (1910-20)

Η κυβέρνηση Βενιζέλου και το εξειδικευμένο επιτελείο της επέφεραν, κατά την περίοδο 1910-1920, μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση. Υπήρχαν πρόσωπα της βενιζελικής παράταξης, τα οποία χάραζαν την εκπαιδευτική πολιτική της χώρας, έστω και αν ήταν φορείς του δημοτικισμού στη δημόσια εκπαίδευση και είχαν ως συλλογικό όργανο έκφρασής τους, τον «Εκπαιδευτικό Όμιλο». Η εκπαίδευση της περιόδου 1910-20 είχε σαφή «φιλελεύθερο προσανατολισμό», ο οποίος ερχόταν σε ρήξη με την απίθανη νοοτροπία του παρελθόντος. Κατά την κρίση του τότε νομοθέτη, η αντιστοιχία των εκπαιδευτικών βαθμίδων, έπρεπε να ήταν ανάλογη με έναν απόλυτα διακριτό κοινωνικό προσανατολισμό. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1913 είχε την ακόλουθη επιδίωξη: «εις εκάστην κοινωνικήν τάξιν η εις αυτήν αναγκαιούσα γενική μόρφωσις». Η συγκεκριμένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αύξανε τη φοίτηση στο Δημοτικό σχολείο (από 4 σε 6 έτη) και την απεξάρτησή του από τις απαιτήσεις της μέσης βαθμίδας. Εντούτοις, υπήρξαν αντιδράσεις από στελέχη των Φιλελευθέρων και των αντιπάλων τους. Το 1916 η επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου επικράτησε στη Θεσσαλονίκη και μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Τότε λοιπόν ευνοήθηκαν και επήλθαν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις στα εκπαιδευτικά ζητήματα. Τα διδακτικά βιβλία του Δημοτικού άλλαξαν μορφή και περιεχόμενο. Με τις δεδομένες μεταρρυθμίσεις, τα νέα βιβλία «οφείλουσι να είναι γεγραμμένα εις την κοινήν ομιλουμένην [δημοτικήν] γλώσσαν απηλλαγμένην παντός αρχαϊσμού». Τότε προωθήθηκαν και είχαν πολύχρονη και αδιατάρακτη χρήση τα πρότυπα αναγνωστικά, το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» και το αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού «Σαν τα ψηλά βουνά». Ο λογοτέχνης Παύλος Νιρβάνας αναφέρει ότι ο Βενιζέλος θεωρούσε τα συγκεκριμένα βιβλία ως τη μεγαλύτερη προσφορά του στις νεώτερες γενιές της Ελλάδας για τους ακόλουθους λόγους:

  • «[...] εξαίρουν τη γνώση, την επιστήμη, τη λογική».
  • Προέβαλαν «την τιμιότητα, τη φιλαλήθεια, την εργατικότητα, την εφευρετικότητα και κυρίως το συλλογικό πνεύμα και την κοινωνική αλληλεγγύη».

Το ελληνικό διδακτικό βιβλίο είχε ευχάριστη εικονογράφηση και ζωηρή διήγηση, απεικόνιζε την πραγματικότητα.Ο διδακτισμός, ο στόμφος και ο αρχαϊσμός, εγκαταλείφθηκαν.
Σε αντίθεση με τη δημοτική, η μέση εκπαίδευση δεν ήταν τόσο ευέλικτη, ούτε ανταποκρινόταν στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής, οι οποίες απαιτούσαν «γενική μόρφωση». Κατά την περίοδο 1915-19 νομοθετήθηκε η ίδρυση τριών ειδικών διδασκαλείων της Τεχνικής Εκπαίδευσης, της Γυμναστικής και των καθηγητών Γαλλικής. Τα μεταρρυθμιστικά σχέδια έδιναν βαρύτητα στη σωματική αγωγή, στα μη θεωρητικά μαθήματα και στην τεχνική εκπαίδευση, στη διδασκαλία των ξένων γλωσσών.
Η βενιζελική παράταξη, αναφορικά με τα εκπαιδευτικά ζητήματα της Ελλάδας κατά την περίοδο 1910-20, έδωσε έμφαση σε νέες πιο πρακτικές κατευθύνσεις σπουδών και όχι τόσο στις παραδοσιακές θεωρητικές σπουδές. Με δύο βασικούς νόμους των ετών 1914 και 1917, το «Σχολείον Τεχνών» αναδιοργανώθηκε, μετονομάστηκε σε «Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον» και κυρίως έγινε ισότιμο με το Πανεπιστήμιο. Το 1919 ιδρύθηκε το Χημικό Τμήμα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1920 ιδρύθηκαν δύο νέες πανεπιστημιακές μονάδες: η «Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή» και η «Ανωτάτη Σχολή Εμπορικών Σπουδών».
Με βάση τα αναφερόμενα στοιχεία, αυτή ήταν η ισχύουσα κατάσταση στα εκπαιδευτικά πράγματα της Ελλάδας ως τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Oι πόλεμοι, οι κοινωνικοοικονομικές αναδιαρθρώσεις και οι πολιτικές εξελίξεις υπογράμμισαν ακόμη περισσότερο την ανάγκη για ριζική αλλαγή του τότε εκπαιδευτικού συστήματος. Κατά τη δεκαετία του ’20 και του ’30 επικράτησαν, τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και εκτός αυτού, εκείνες οι (κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές) δυνάμεις, οι οποίες δεν επιθυμούσαν τις όποιες αλλαγές μπροστά στον κίνδυνο της μεταρρύθμισης και ανατροπής της καθιερωμένης, για ευνόητους λόγους, ισορροπίας.

O αντίκτυπος των μεταρρυθμίσεων του Βενιζέλου
στην ελληνική κοινωνία (1910-20)και στις επερχόμενες γενιές


«O Ελευθέριος Βενιζέλος. Η προσωποποίησις της δυνάμεως του λαού. [...] Ο πέλεκυς της βουλήσεως του Έθνους, όστις κατέρριψε τα είδωλα και εστερέωσε νέους θεούς, την Ισότητα, την Αξίαν, την Εργασίαν, την Ηθικήν, το Σθένος. Ο ανήρ... αυτός ανηύρε γρανιτώδη και ασάλευτα θεμέλια ίνα στερεώση την νέαν Ελλάδα», γράφει η εφημερίδα «Έθνος» στις 4/9/1915. Άλλη άποψη για την προσωπικότητα του Κρητικού πρωθυπουργού της Ελλάδας είναι η εξής: «Είναι επίσης εκτός από μεγάλος Έλλην, μεγάλος Ευρωπαίος, η “αχίλλειος πτέρνα” της Ευρώπης». (Εφημ. «Έθνος», 14/4/1915).
Σχετικά με την εσωτερική πολιτική του, χαρακτηρίζεται ως «ο ηγέτης του αστικού εκσυγχρονισμού». Σε θέματα εσωτερικής πολιτικής, επί βενιζελικής διακυβέρνησης, εμφανίστηκαν και εισήχθησαν νέοι θεσμοί και κρατικοί μηχανισμοί. Εντάχθηκαν στον ελληνικό πολιτικό λόγο και προωθήθηκαν οι αρχές της ισότητας, της ισονομίας και της ελεύθερης έκφρασης. Προστατεύθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα και κατοχυρώθηκαν τα αντίστοιχα ατομικά, έστω και στα έγγραφα της Βουλής των Ελλήνων. Ο Βενιζέλος έκανε πράξη, όσο ήταν δυνατόν, τις θεωρίες της φιλελεύθερης ιδεολογίας.
O Κρητικός πρωθυπουργός συνδύασε τον «αστικό εκσυγχρονισμό» με την υπόθεση της εθνικής ενοποίησης της Ελλάδας. Φυσικά υποβοηθήθηκε από τις διεθνείς συγκυρίες της περιόδου 1910-20, οι οποίες προσέφεραν και κάποιες καλές ευκαιρίες για την προώθηση των όποιων ελληνικών αιτημάτων προς τη Δύση (συγκεκριμένα τις Δυνάμεις της Αντάντ).
Κατά την περίοδο 1910-20, τα συμφέροντα του βρετανικού ιμπεριαλισμού συνέπιπταν σε κάποια σημεία, με τις ελληνικές εθνικές επιδιώξεις, συνδυάζοντας το μέχρι τότε ασυμβίβαστο μεταξύ του αλυτρωτισμού και του εκσυγχρονισμού, κατά το αγγλικό κυρίως πρότυπο, και στο πλαίσιο της αγγλόφιλης πολιτικής, παράγοντα που αποτέλεσε αφορμή για το ξέσπασμα του «Εθνικού Διχασμού» (σύγκρουση αγγλόφιλων και γερμανόφιλων για το ενδεχόμενο σύμπραξης της Ελλάδας με την Αντάντ ή διατήρηση «επ’ αόριστον» ουδετερότητας κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου).
Στο πεδίο του αστικού εκσυγχρονισμού, ο Βενιζελισμός ήταν η μοναδική και ακαταμάχητη διαταξική συμμαχία, με επικεφαλής την αστική επιχειρηματική τάξη και κατόπιν τα φιλικά προς την αναφερόμενη «συμμαχία» μικροαστικά στρώματα.
Σ’ αυτό τον ιδιόμορφο συνασπισμό εντάσσονταν και οι ακτήμονες αγρότες, οι νέοι μικροϊδιοκτήτες της ελληνικής υπαίθρου μετά τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου 1910-20.
Η αντιβενιζελική παράταξη διεξήγαγε άγριο πόλεμο στον Βενιζελισμό, προκειμένου να πλήξει τον ηγέτη του ποικιλοτρόπως. Εξαιτίας της αντιπαλότητάς της προς αυτόν και την ιδεολογία του, προέκυψε ο «Εθνικός Διχασμός», ο οποίος χώρισε τη χώρα σε δύο αυτοδιοικούμενα τμήματα για δύο έτη. Τελικά, για μικρό διάστημα, επικράτησε ο Βενιζέλος, ο οποίος όμως δέχθηκε μεγαλύτερο πλήγμα με την απώλεια των εκλογών τον Νοέμβριο του 1920 και την επάνοδο της δυναστείας των Γλύξμπουργκ στην Ελλάδα.
Παρ’ όλα αυτά, ο Βενιζέλος εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αποτελεί πρότυπο πολιτικού ηγέτη για τις νεώτερες γενιές και σημείο αναφοράς για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού πολιτικού συστήματος και του κοινωνικοοικονομικού βίου της Ελλάδας. Επιπλέον, ορισμένες από τις μεταρρυθμίσεις του εξακολουθούν να είναι ενταγμένες στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό σύστημα διακυβέρνησης της χώρας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ
* Αστικός εκσυγχρονισμός: όρος ταυτόσημος με τον εξευρωπαϊσμό ή τον εκσυγχρονισμό κατά το δυτικό πρότυπο, στα πλαίσια του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Οι αστοί είναι η τάξη που προωθεί τον εκσυγχρονισμό στην κοινωνία, ακόμη και στην περίπτωση της Ελλάδας. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων ήταν ο κατεξοχήν εκφραστής του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, το ελληνικό αντίστοιχο των φιλελευθέρων κομμάτων άλλων χωρών της Δύσης.

ΠΗΓΕΣ ΑΝΑΦOΡΑΣ:
Βερέμης Θ. ― Γουλιμή Γ., Ελευθέριος Βενιζέλος: Κοινωνία–Oικονομία–Πολιτική στην εποχή του, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1989.
Δημαράς Αλ., Το εκπαιδευτικό έργο. Στο Αφιέρωμα «Ελευθέριος Βενιζέλος: 60 χρόνια από τον θάνατό του», Η Καθημερινή Επτά Ημέρες, Κυριακή 8 Δεκ. 1996.
Δημαράς Κ. Θ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ’ (1914-41), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977.
Κωστής Κ., Η οικονομική πολιτική. Στο Αφιέρωμα «Ελευθέριος Βενιζέλος: 60 χρόνια από το θάνατό του», Η Καθημερινή Επτά Ημέρες, Κυριακή 8 Δεκ. 1996.
Μάνεσης Αριστ., Το εκπαιδευτικό έργο. Στο Αφιέρωμα «Ελευθέριος Βενιζέλος: 60 χρόνια από το θάνατό του», Καθημερινή Επτά Ημέρες, Κυριακή 8 Δεκ. 1996.
Μαυρογορδάτος Γ. Θ. ― Χατζηϊωσήφ Χρ. (επιμέλεια), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός (συλλογικός τόμος), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1992.
Σούρλας Π., Τι είναι τελικά ο φιλελευθερισμός, Το Βήμα (Νέες Εποχές ― Ιδέες), 15 Σεπτεμβρίου 1996.