Oδυσσεύς Aνδρούτσος

Γράφει ο Αλκιβιάδης ΠΑΠΑΜΙΧΟΣ

O ΟΔΥΣΣΕΑΣ Ανδρούτσος ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του αντρειωμένου παλικαριού. Μάλλον ψηλός, με πλατιά στήθια και μεγάλο μέτωπο. Τα πλούσια μαλλιά του ήταν ξανθά, όπως και το μουστάκι του. Η όψη του, όταν οργιζόταν, γινόταν φοβερή.
Οι φυσικές του δυνάμεις, όπως τις περιγράφει η παράδοση, ήταν εκπληκτικές. Μπορούσε να κρατάει με τα δυο του χέρια δυο τραγιά, από ένα στο καθένα, ενώ άλλοι τα έγδερναν. Η ταχυποδία του παροιμιώδης. Λένε ότι καυχήθηκε στον Αλή πως μπορούσε να συναγωνιστεί σε ανήφορο, στη γρηγοράδα το πιο καλό του άλογο. Το αγώνισμα έγινε και νικητής βγήκε ο Οδυσσέας. Τότε ο Αλής του χάρισε τρεις πολύτιμους «ιμαμέδες» (επιστόμια τσιμπουκιού από κεχριμπάρι).
Η ευθυβολία του επίσης ξακουστή και στο κοντάρι-τζιρίτι-αξεπέραστος. Στο πάλεμα κανένας δεν γλίτωνε.
Κανένας απ’ τους αγωνιστές της Επανάστασης δεν βρέθηκε τόσο ευνοημένος απ’ τη φύση, και την καταγωγή, ώστε να αναγνωριστεί από όλους ως ο φυσικός αρχηγός της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος.
Γεννήθηκε το 1790 στην Ιθάκη, στο σπίτι του παπά Γιάννη Καραβία όπου φιλοξενούνταν η μάνα του. Τον βάφτισαν η χήρα του Λάμπρου Κατσώνη, η περίφημη για την ομορφιά της Μαρουδιά (Μαρία), κόρη του Σοφιανού από την Τζιά, και ο Ιθακήσιος Γιάννης Ζαβός, δίνοντάς του το όνομα του ομηρικού ήρωα Οδυσσέα.
Αργότερα ο Αλή Πασάς, μαθαίνοντας ότι ο παλιός του μπράτιμος (αδελφοποιτός), το λιοντάρι της Ρούμελης, ο Ανδρούτσος, είχε αφήσει ορφανό ένα γιο που του έμοιαζε, ζήτησε και τον πήρε στα Γιάννενα. Εκεί ο Οδυσσέας έδειξε τις φυσικές ικανότητές του. Μορφώθηκε αρκετά για την εποχή του. Έμαθε άπταιστα τα αρβανίτικα και τα ιταλικά - τα οποία φαίνεται είχε αρχίσει να τα μαθαίνει από την Ιθάκη. Με τα ιταλικά θα συνεννοείτο αργότερα με τους διαφόρους φιλέλληνες.
Ο Αλής, εκτιμώντας τις ικανότητές του, του ανέθεσε το αρματολίκι της Λιβαδειάς. Πριν φύγει, ο Οδυσσέας αρραβωνιάστηκε την εξαιρετικής ομορφιάς Ελένη, κόρη του Χρήστου Καρέλη από τους Καλαρρύτες, που ήταν θαλαμηπόλος της κυρά Βασιλικής.
Μια μέρα του 1816 μπήκε, καβάλα στο ατίθασο άλογό του, ο Οδυσσέας στη Λιβαδειά. Στο αρματολίκι του πατέρα του, του περίφημου κλεφταρματολού Ανδρούτσου Βερούση (Ανδρέας-Ανδρίτσος-Αντρούτσος). Του αντρειωμένου εκείνου καπετάνιου που πολέμησε τους Τούρκους στη Ρούμελη, στη θάλασσα με τον Λάμπρο Κατσώνη και στη συνέχεια διέσχισε την Πελοπόννησο πολεμώντας 6.000 Τούρκους. Για το κατόρθωμά του αυτό οι Ευρωπαίοι πρόξενοι τον ονόμασαν νέο Ξενοφώντα.
Μετά, πηγαίνοντας στην Πρέβεζα, παντρεύτηκε την Ακριβή Τσαρλαμπά, με την οποία γέννησε τον Οδυσσέα. Τελικά, θέλοντας να πάει στη Ρωσία, πέρασε από τη Βενετία. Οι Βενετσιάνοι, όμως, τον έπιασαν καταπατώντας τον λόγο τους. Τον παρέδωσαν στους Τούρκους που τον μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και τον θανάτωσαν με φριχτά βασανιστήρια.
Ο λαός αγάπησε τον Οδυσσέα αμέσως, ιδιαίτερα λόγω της έχθρας του προς τους άρχοντες, τους κοτσαμπάσηδες, που απομυζούσαν τη φτωχολογιά. Πρώτη του ενέργεια ήταν, όπως γράφει ο Κασομούλης: «Τους έκοψε τα χουλιάρια από τις επαρχίες». Άλλη του ενέργεια ήταν να απαλλάξει τον τόπο από τους κλέφτες που βασάνιζαν την περιοχή. Διέλυσε τις κλέφτικες ομάδες και ανάγκασε τους πιο πολλούς να μείνουν κοντά του. Με το σκόρπισμα των κλεφτών κυριαρχούσε απόλυτη ασφάλεια στην περιοχή του.
Μετά έπρεπε να εκτελέσει και την εντολή του Αλή, την πιο δύσκολη. Ο Αλής είχε βάλει στο μάτι τη Θήβα και την Αθήνα που ανήκαν σε ξεχωριστή διοίκηση (σαντζάκι), στην Εύβοια. Έπρεπε να δημιουργηθούν ταραχές ώστε ο πασάς της περιοχής να θεωρηθεί ανίκανος. Έστειλε τον Μανίκα με 60 παλικάρια στην Εύβοια που λεηλάτησαν την περιοχή της Λίμνης και γύρισαν πίσω. Στη συνέχεια μαθαίνει ότι σε λίγο ο νεοδιορισμένος βοεβόδας θα περνούσε από κει, πηγαίνοντας για τον Μοριά. Στέλνει τότε τον Μανίκα με τον Γκούρα στην Πέτρα να παραφυλάξουν. Ώσπου να πάει όμως ο Μανίκας, ο βοεβόδας είχε περάσει. Βλέποντας όμως μια συνοδεία από Τούρκους και νομίζοντας ότι είναι ο βοεβόδας, τους σκότωσαν όλους. Αυτούς που σκότωσαν ήταν ο Τατάρ αγάς (αρχιταχυδρόμος) με τη συνοδεία του.

Φιλικός το 1818

Ο Γκούρας ήταν η πρώτη φορά που λάβαινε μέρος σε επχείρηση. Μέχρι τότε τον είχε ο Οδυσσέας να βαστάει από την αλυσίδα τον σκύλο του.
Ικανοποιημένος ο Αλής από τις ενέργειες αυτές, ζήτησε από τον Οδυσσέα να ξεπαστρέψει τον προσωπικό εχθρό του, τον Σουλεϊμάν Μπουλούκμπαση, που βρισκόταν στην Αθήνα.
Στέλνει τότε εκεί ο Οδυσσέας τον Γκούρα. Αυτός σκοτώνει τον εχθρό του Αλή, αλλά πιάνεται από τους ζαπτιέδες (αστυνομικούς) που τον στέλνουν με συνοδεία στην Εύβοια. Εκεί ο πασάς αποφάσισε να τον κρεμάσει σε λίγες μέρες. Λογάριαζε όμως χωρίς τον Ανδρούτσο.
Εκείνες τις μέρες βρισκόταν στη Λιβαδειά ο αυλάρχης του πασά της Εύβοιας Μπας αγάς. Τον πιάνει τότε ο Οδυσσέας μαζί με έναν άλλο αγά, τον Σιλιχτάρ, και ταυτόχρονα απειλεί ότι θα εκστρατεύσει για την Αθήνα να την κάψει.
Τρομοκρατημένος ο πασάς αναγκάστηκε να υποχωρήσει στέλνοντας με συνοδεία τον Γκούρα στη Λιβαδειά, οπότε ο Οδυσσέας άφησε ελεύθερους τους αγάδες.
Το περιστατικό αυτό αναστάτωσε τη Ρούμελη. Όλοι θαύμασαν το θάρρος του. Ένας νεαρός αρματολός τόλμησε να τα βάλει με τον πασά της Εύβοιας και τον ανάγκασε να υποκύψει.
Από τότε, Τούρκοι και Έλληνες τον έβλεπαν με άλλο μάτι και του έδωσαν το όνομα Γκιαούρ πασάς.
Εκείνο τον καιρό, ο Αλής πάντρευε τον εγγονό του και κάλεσε και τον Οδυσσέα να κάνει κι αυτός τον γάμο του. Μετά τον γάμο, που έγινε με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια, ο Οδυσσέας ξαναγύρισε στη Λιβαδειά.
Το 1818 κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Κωνσταντίνο Σακελλίωνα. Ο Ανδρούτσος, σαν μυήθηκε στο μεγάλο μυστικό, άρχισε να προετοιμάζεται, «φυλάσσων κρυφίως εις διάφορα μέρη πολεμοφόδια και συνάγων και θάπτων εις την γην χρήματα», όπως αναφέρουν ο Ζαμπέλιος και άλλοι.
Σαν κηρύχθηκε από τον σουλτάνο αποστάτης ο Αλής, τον Μάιο του 1820, στο πολεμικό συμβούλιο που έγινε στα Γιάννενα πήγε και ο Οδυσσέας. Όλοι οι καπεταναίοι και οι δερβεναγάδες δέχτηκαν να βοηθήσουν τον Αλή. Οι Έλληνες στα φανερά υποστήριζαν τον Αλή -όπως ο Ίσκος, ο Ζιώγας, ο Βαρνακιώτης και άλλοι- αλλά στα κρυφά ετοιμάζονταν για το ξεσήκωμα των ραγιάδων.
Γυρίζοντας ο Οδυσσέας στη Λιβαδειά, μαθαίνει ότι ο Μπεχλιβάν πασάς ή Μπαμπά πασάς κατέβαινε με μεγάλο στρατό να χτυπήσει την πόλη σαν αληπασαλίδικη. Φεύγει τότε και ξαναγυρίζει στα Γιάννενα. Οι Έλληνες διαμαρτύρονταν γιατί δεν μπορούσαν να καθήσουν κλεισμένοι στο κάστρο. Ο Οδυσσέας πείθει τον Αλή ότι θα ήταν πιο χρήσιμοι απ’ έξω. Εκείνος δέχεται. Μαζεύει τότε ο Ανδρούτσος 1.500 Έλληνες και πηγαίνει με λευκό μπαϊράκι στο σουλτανικό στρατόπεδο, δήθεν ότι παραδίδεται. Ο Ισμαήλ πασάς τους δέχεται με ευχαρίστηση. Ο Ανδρούτσος όμως δεν μένει ήσυχος. Καλεί τους αρχηγούς των Αλβανών, Ομέρ Βρυώνη, Άγο Μουχουρδιάρη, Σιλιχτάρ, Αγο Βάσιαρη κ.λπ. στην Άρτα και τους πείθει ότι πρέπει να βοηθήσουν τον ευεργέτη τους Αλή. Οι Αρβανίτες πείθονται και δέχονται να υπογράψουν ένα χαρτί. Έτσι ο Οδυσσέας είχε ελπίδες να εξουδετερώσει έναν ισχυρό εχθρό στην επικείμενη επανάσταση. Δυστυχώς όμως το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε γιατί προδόθηκε. Ο Οδυσσέας τότε έφυγε και κατεβαίνοντας στην Πρέβεζα, όπου είχε αφήσει τη γυναίκα του και τη μάνα του για ασφάλεια, τις παίρνει και πέρασε στην Ιθάκη. Στο νησί έμεινε ως το τέλος του 1820.
Στις αρχές του 1821, ειδοποιημένος απ’ τους Φιλικούς, έφτασε στη Λευκάδα, όπου συνάντησε στο σπίτι του Ζαμπέλιου τον Καραϊσκάκη, τον Βαρνακιώτη, τον Πανουργιά, τον Ηλία Μαυρομιχάλη και τον Τομπάζη. Εκεί μίλησαν για την επανάσταση και καθορίστηκε πού θα πάει ο καθένας.
Στις 15 Μαρτίου έφτασε μ’ ένα καράβι στην Πάτρα. Στις 19 το βράδυ ξεμπαρκάρησε στην απέναντι στεριά.
Τότε έγραψε και το περίφημο γράμμα του στους Γαλαξειδιώτες. Από κει τράβηξε για τον Βάλτο να ξεσηκώσει τον Βαρνακιώτη και τον Τσόγκα. Παρά τα θερμά του λόγια, στάθηκε αδύνατο να τους κάνει ν’ αλλάξουν γνώμη. Σκέφτηκε τότε άλλο τρόπο να τους ξεσηκώσει. Φτάνοντας στο μοναστήρι της Τατάρνας μαθαίνει ότι ο Τουρκαλβανός δερβέναγας Χασάν μπέης θα περνούσε από κει. Στήνει χωσιά (ενέδρα) στο γεφύρι της Τατάρνας, και ξεπαστρεύει τον Χασάν αγά με την ακολουθία του, εξήντα άντρες. Τους ξαρματώνει, χωρίς να αφήσει να τους πάρουν τα χρήματα, για ν’ αποδείξει ότι δεν ήταν ληστεία αλλά επαναστατική πράξη.
Τώρα πώς θα δικαιολογηθούν στους Τούρκους οι δισταχτικοί καπεταναίοι;

Η σφαγή της Λιβαδειάς

Στ’ Άγραφα μαθαίνει τη μαρτυρική θυσία του Διάκου. Στις 3 Μαΐου φτάνει στη Γραβιά κι ανταμώνει τους επαναστάτες Πανουργιά και Δυοβουνιώτη με πεσμένο το ηθικό τους, ύστερα απ’ το σκόρπισμα της Αλαμάνας. Εκεί συζητάνε πώς θα χτυπήσουν τους Τούρκους. Τελευταίος μιλάει ο Ανδρούτσος, που αποφασίζει να κλειστεί στο πληθόχτιστο χάνι. Εκεί θ’ απαντήσει, στην άτιμη προσφορά του Ομέρ Βρυώνη πως θα τον έκανε οπλαρχηγό σ’ όλες τις επαρχίες της Ρούμελης, με το καριοφίλι του.
Μετά την εποποιία της Γραβιάς, η φήμη του Ανδρούτσου απλώνεται παντού. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη του αγώνα και αποφασιστικής σημασίας, γιατί εμπόδισε τους δυο πασάδες να κατέβουν στην Πελοπόννησο που μπορούσε να κινδυνέψει η επανάσταση.
Όταν ο Κιοσέ Μεχμέτ και ο Ομέρ Βρυώνης, ύστερα από την πανωλεθρία του, τράβηξαν για τη Βοιωτία, ειδοποίησε ο Οδυσσέας τους Λιβαδιώτες να αδειάσουν την πύλη και ν‘ ανέβουν στα ψηλώματα. Ένας μικροφιλόδοξος όμως Λιβαδιώτης, ο Μήτρος της Τριανταφυλλίνας, που θέλησε να κάνει τον μεγάλο καπετάνιο, τους έπεισε να μείνουν στην πύλη. Μπαίνουν οι Τούρκοι στη Λιβαδειά και σφάζουν χίλια γυναικόπαιδα. Αργότερα, όταν ο Ανδρούτσος συνάντησε τον Τριανταφυλλίνα, τον χαστούκισε γι’ αυτή την ανυπακοή του. Από τότε ο Τριανταφυλλίνας μεταβλήθηκε σε θανάσιμο εχθρό του Οδυσσέα.
Όταν αργότερα του ήρθαν ενισχύσεις απ’ τον Μοριά ο Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς) και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, συνέλαβαν το παράτολμο σχέδιο να χτυπήσουν τους Τούρκους μέσα στο στρατόπεδό τους. Απέτυχε όμως το σχέδιο από ένα τυχαίο γεγονός γιατί ο Γκούρας νόμισε την εμπροσθοφυλακή των Μαυρομιχαλαίων για Τούρκους κι άρχισε να τους τουφεκάει. Από το γεγονός αυτό προδόθηκε ο αιφνιδιασμός και το σχέδιο απέτυχε.
Οι Τούρκοι άρχισαν να μοιράζουν στη Λιβαδειά και τη γύρω περιοχή «ραϊμπουγιουρντιά» (προσκυνοχάρτια). Μερικοί Έλληνες θεληματικά τριγύριζαν και εκβίαζαν τον κόσμο να προσκυνήσει. Όταν το έμαθε ο Ανδρούτσος εξαγριώθηκε κι έδωσε εντολή να πιάσουν τους προδότες. Όταν τους έπιασαν, διέταξε να τους σκοτώσουν λέγοντας: «Εγώ να πολεμάω τους Τούρκους και σεις να προσκυνάτε, πατρίδα δε λευτερώνεται».
Οι δυο πασάδες, αφού άφησαν ισχυρή φρουρά στη Λιβαδειά, έφυγαν για τη Θήβα. Το μαθαίνει ο Ανδρούτσος και στις 2 Αυγούστου τα μεσάνυχτα μπαίνει στην πόλη και αιφνιδιάζει τους Τούρκους. Τριακόσιοι, με τον Βελή αγά Γρεβενλή, οχυρώθηκαν στον πύργο του Ρολογιού. Τους άλλους, που βρίσκονταν σκορπισμένοι, τους ξεκαθάρισε αμέσως. Οι οχυρωμένοι, αφού βάστηξαν ένα μερόνυχτο, ενώ σκοτώθηκαν πάνω από εκατό, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Γλίτωσε μόνο ο βοεβόδας, που είχε κλειστεί στο κάστρο. Ο Οδυσσέας, αφού ελευθέρωσε πεντακόσιους ομήρους, έβαλε φωτιά κι έκαψε τη Λιβαδειά για να μη ξαναχρησιμεύσει ως ορμητήριο των Τούρκων.
Τον Νοέμβριο του 1821, οι Φαναριώτες πολιτικοί, Μαυροκορδάτος και Νέγρης, θέλησαν να οργανώσουν διοικητικά τη Ρούμελη. Θα έκαναν δυο ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. Έναν οργανισμό για τη Δυτική Στερεά Ελλάδα με την ονομασία Γερουσία της Δ. Ελλάδος και άλλον για την Ανατολική με τον πομπώδη τίτλο Άρειος Πάγος.
Άρχισαν τότε τα μαύρα σύννεφα να σκεπάζουν την Ελλάδα. Ο Νέγρης με τον Καρατζά, «απατεώνες» τους ονομάζει ο Υψηλάντης, πήγαν να ανταμώσουν τον Οδυσσέα. «Πώς ήρθατε;» τους ρωτάει. «Να σας συντρέξουμε και να αγωνιστούμε μαζί σας», του απαντάνε. «Από καλαμαράδες δε θέλουμε βοήθεια στον πόλεμο, αλλά θέλουμε τσαρούχια, μπαρούτι, βόλια και τρόφιμα. Φέρατε απ’ αυτά;» Πού να βρούμε;» ήταν η απάντηση.
Οι Έλληνες επαναστάτησαν κατά του τυράννου για να αποκτήσουν τη λευτεριά τους και «Τζαράνοι της Βλαχιάς» δεν γίνονται. Παρά τις αντιρρήσεις του όμως, στις 15 Νοεμβρίου ο Ανδρούτσος ψήφισε το σχέδιο.
Τον Ιανουάριο του 1822 μαθαίνει ότι στην Εύβοια είχε γεννηθεί θέμα αρχηγού και οι διάφοροι καπεταναίοι μάλωναν μεταξύ τους. Μεταξύ αυτών ήταν και ο δεσπότης Καρύστου Νεόφυτος, που είχε αποδώσει στον εαυτό του στρατηγικές ικανότητες και ήθελε να αναλάβει αυτός αρχηγός.
Φτάνει ο Ανδρούτσος στο Αλιβέρι με τριακόσιους άνδρες και ειδοποιεί τον Νεόφυτο για τον ερχομό του. «Ο καπετάν δεσπότης», όμως, ήθελε να τον ματαιώσει. Κάλεσε τους καπεταναίους και τους διάβασε το γράμμα του Οδυσσέα πιστεύοντας ότι δεν θα τον ήθελαν. Εκείνοι όμως τον άκουσαν με χαρά. Μηχανεύτηκε τότε άλλο τέχνασμα. Παρουσίασε ένα ψεύτικο γράμμα (που ήταν δικό του) ότι οι Τούρκοι πήγαν στο χωριό Βήρα και σκορπούσαν τον χαλασμό. Το αποτέλεσμα ήταν να πάνε προς τα Στύρα, για να μην έρθουν σε επαφή οι καπεταναίοι με τον Οδυσσέα, να πέσουν επάνω στους Τούρκους και να σκοτωθεί ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και οι άλλοι να σκορπίσουν. Ο καπετάν δεσπότης το έβαλε κι αυτός στα πόδια.

Ο Άρειος Πάγος επεμβαίνει

Φτάνοντας ο Ανδρούτσος στην Καρυστία, τόνωσε το ηθικό των αγωνιστών και των κατοίκων. Οι Τούρκοι, τρομοκρατημένοι, κλείστηκαν στο κάστρο. Με τον ερχομό του Οδυσσέα μαζεύτηκαν όλοι οι σκορπισμένοι επαναστάτες και αποφάσισαν να το πολιορκήσουν. Ο Ανδρούτσος πλησιάζει το κάστρο, κόβει το νερό κι αρχίζει τη στενή πολιορκία. Είναι πλέον θέμα χρόνου η παράδοσή του.
Απροσδόκητα, όμως, στα μέσα Φεβρουαρίου, ο Οδυσσέας παίρνει τους άντρες του και φεύγει. Γιατί; Πόσα και πόσα δεν γράφτηκαν και ειπώθηκαν. Τέλος απάντηση δίνει ο Τρικούπης μ’ ένα έγγραφο που βρήκε. Ο Άρειος Πάγος είχε βάλει το χέρι του. Ήταν η πρώτη άτιμη ενέργεια. Θ’ ακολουθούσαν κι άλλες. Διέταξε τον Ανδρούτσο να φύγει από την Εύβοια. Δεν ήθελαν να νικήσει ο Οδυσσέας και ν‘ αυξήσει τη δύναμή του. Προτιμούσαν να μείνει το νησί στους Τούρκους.
Φεύγοντας ο Ανδρούτσος, πέρασε από την Αττική και από κει τράβηξε για το Δίστομο. Εκεί έμαθε ότι στην Αττική είχαν φτάσει ο Υψηλάντης με τον Νικηταρά μαζί με χίλιους άντρες. Ο Άρειος Πάγος έβαλε και πάλι την ουρά του: έστειλε ένα γράμμα στον Οδυσσέα και του έγραφε ότι ο Υψηλάντης πήγαινε να του πάρει την αρχηγία. Ανταμώνουν οι δύο άντρες στο Δίστομο και διαλύθηκε η παρεξήγηση.
Εκεί μαθαίνουν ότι ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης κατεβαίνει με πολύ στρατό. Ετοίμασαν τότε ένα σχέδιο να τον χτυπήσουν. Αποφάσισαν να χωριστούν σε τρεις κολώνες (τμήματα). Η πρώτη, με τον Οδυσσέα και τον Νικηταρά, θα χτυπούσε από τη Στυλίδα. Η δεύτερη από την Υπάτη και η τρίτη από τις Κομποτάδες με τον Νάκο Πανουργιά. Ο Ανδρούτσος με τον Νικηταρά αποβιβάστηκαν στον Αχινό, κατέλαβαν τη Στυλίδα και στη συνέχεια την Αγία Μαρίνα. Ενώ όμως είχαν συμφωνήσει να χτυπήσουν όλοι μαζί το Μεγάλο Σάββατο, οι άλλοι πήγαν να γιορτάσουν το Πάσχα και μόλις την Τρίτη της Λαμπρής επιτέθηκαν ανόρεχτα. Οι Τούρκοι, όμως, ανενόχλητοι, συγκεντρώθηκαν όλοι στην Αγία Μαρίνα, 18.000 περίπου, και η θέση των Ελλήνων γινόταν δύσκολη. Και δεν ήταν μόνο αυτό: ο Άρειος Πάγος, επειδή δεν μπόρεσε να σπείρει τη διχόνοια, άλλαξε τακτική. Μετέφερε την έδρα του από τα Σάλωνα στη Λιχάδα της Εύβοιας. Εκεί μάζεψε καμιά δεκαριά καράβια με αρχηγό τον Χρήστο Βισβίζη και κάθονταν στη θάλασσα ήσυχοι χωρίς καμιά βοήθεια στους αγωνιστές της Αγ. Μαρίνας, ούτε για τροφοδοσία. Ενώ ο Ανδρούτσος αγωνιζόταν να μοιράζει 80 δράμια καλαμπόκι που το έβρεχαν οι άντρες του με νερό για να ζήσουν. Έγραφε, ξανάγραφε στον Άρειο Πάγο, χωρίς να παίρνει καμιά απάντηση.
Πέρασε μια βδομάδα, πλησίαζε να τελειώσει και η άλλη, χωρίς να δείξουν οι Αρεοπαγίτες κανένα ενδιαφέρον. Μέσα στο καράβι του Βισβίζη βρίσκονταν οι Αρεοπαγίτες, ο δεσπότης Ταλαντίου Νεόφυτος, οι δασκαλοπαπάδες Άνθιμος Γαζής, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Ιωάννης Ειρηναίος κ.ά. Αυτοί νοιάζονταν πώς θα αφανίσουν τον Οδυσσέα. Να τι γράφει ο Μακρυγιάννης: «Είχαν πάθος με το Δυσσέα κι αποφάσιζαν οι καλοί πατριώτες διά την ιδιαιτέρα τους διχόνοια με ένα άτομο να χαθούνε τρεις χιλιάδες περίπου. Και η πατρίς αυτό το στράτεμα μόνο είχε εις την εξουσίαν, ότι οι άλλοι γύρευαν βαθμούς, ταξίματα και κάθονταν άνεργοι. Και αν χάνονταν αυτοί, ποιος θα πολεμούσε τους Τούρκους;».
Το μόνο που απέμενε πλέον ήταν να φύγουν με πλοία και να περάσουν απέναντι στην Εύβοια. Ο Οδυσσέας ειδοποίησε τους Αρεοπαγίτες να του στείλουν πλοία και αυτοί αρνήθηκαν. Τον διέταξαν μάλιστα να φύγει από τη στεριά! Τον έστελναν δηλαδή σε βέβαιο θάνατο. Μετά τον κάλεσαν να πάει στο καράβι του Βισβίζη να συζητήσουν. Είχαν όμως σκοπό να τον δολοφονήσουν με μπαμπεσιά, όπως μας λένε αδιάψευστες πηγές.
Διέταξαν τον αρχηγό της φρουράς Γιώργη Ζορμπά και τον καπετάν Βισβίζη τη στιγμή που θα ανέβαινε στο καράβι ο Ανδρούτσος να τον δολοφονήσουν.
Ανύποπτος ο Οδυσσέας με τον Νικηταρά, πλεύρισαν με τη βάρκα το καράβι. Ο καπετάν Βισβίζης, μόλις αντίκρισε τον Οδυσσέα, αρνήθηκε να εκτελέσει την αισχρή απόφασή τους. Οι Αρεοπαγίτες, ανένδοτοι, επέμεναν να διατάζουν να φύγει διά ξηράς. Τα πράγματα αγρίεψαν και παρ’ ολίγο να λυθεί η διαφορά με τα κουμπούρια. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί, οι Τούρκοι χτυπούσαν. Ο Ανδρούτσος πήρε την υπόσχεση ότι θα έστελναν καράβια και έφυγε με τον Νικηταρά. Η μάχη βάστηξε ως το ηλιοβασίλεμα. Το άλλο βράδυ με ησυχία κατόρθωσε ο Οδυσσέας να ανεβάσει με τάξη στα καράβια πρώτα τους λαβωμένους και άρρωστους, ύστερα τους άλλους και τελευταίος αυτός. Το άλλο πρωί, τέσσερις χιλιάδες άντρες είχαν φύγει με τα καράβια χωρίς να τους καταλάβουν οι Τούρκοι.
Ο καπετάν Βισβίζης πλήρωσε την ανυπακοή του. Σε λίγο τον δολοφόνησαν κατάσχοντας το καράβι του χωρίς να δώσουν τίποτε στην οικογένειά του.

Η «μορόζα» του Κωλέττη

Απτόητοι οι Αρεοπαγίτες συνεχίζουν το δόλιο έργο τους. Στέλνουν ένα έγγραφο, με κάποιον δικό τους στον Νικηταρά στη Μενδενίτσα, στο οποίο του έλεγαν να δολοφονήσει τον Ανδρούτσο. Ο Νικηταράς, οργίστηκε και είπε σ’ αυτόν που έφερε το έγγραφο: «Δε σκοτώνω ένα τέτοιο άνθρωπο, αλλά φεύγα μην το μάθει ο Αντρούτσος και λερώσει τα χέρια του».
Μετά τις απανωτές αποτυχίες του, ο Άρειος Πάγος απευθύνθηκε στη Διοίκηση, η οποία κινούσε τα νήματα. Η Διοίκηση τότε, ο Μαυροκορδάτος και ο δόλιος Κωλέττης, έστειλαν τον Νούτσο και τον Παλάσκα να πάρουν την αρχηγία του στρατού από τον Οδυσσέα, με την εντολή να τον συλλάβουν ή να τον σκοτώσουν αν αντιστεκόταν. Ο Κωλέττης έστειλε τον Νούτσο και τον Παλάσκα για να τους βγάλει από τη μέση, όπως γράφει ο Σπηλιάδης «γιατί παρόντος του Νούτσου, ο Κωλέττης ήταν μηδέν», τον δε Παλάσκα γιατί είχε βάλει στο μάτι τη γυναίκα του. Ο Μακρυγιάννης γράφει τα εξής: «Αυτεινού του δυστυχή (του Παλάσκα) τούκανε το φίλο ο Κωλέττης περισσότερο για τη γυναίκα του και όχι για τον ίδιο. Τη γυναίκα του που την έχει μορόζα (ερωμένη) ως τα σήμερα μέσα εις το σπίτι του σα γυναίκα του».
Πηγαίνουν ο Νούτσος με τον Παλάσκα στο στρατόπεδο του Οδυσσέα στη Δρακοσπηλιά. Τους πιάνουν τα παλικάρια του όταν αποκαλύφθηκε το σχέδιό τους και τους σκοτώνουν.
Ο Κωλέττης και οι Αρεοπαγίτες σκυλιάσανε. Για να καλύψουν την άθλια ενέργειά τους, διέδωσαν ένα σωρό ψέματα και στο τέλος επικήρυξαν τον Οδυσσέα με πέντε χιλιάδες γρόσια. Επίσης ο δεσπότης Ανδρούσης Ιωσήφ τον αφόρισε.
Όλες όμως οι ενέργειες των καλαμαράδων πήγαν χαμένες. Οι Ρουμελιώτες και οι άλλοι καπεταναίοι τάχθηκαν με το μέρος του Οδυσσέα γιατί γνώριζαν τις άτιμες ραδιουργίες που χρησιμοποιούσαν οι αντίπαλοί του.
Βρέθηκε όμως ο πιο αγαπημένος από τους συντρόφους του, το ψυχοπαίδι του, όπως τον έλεγε, ο μικροφιλόδοξος και ελαφρόμυαλος Γκούρας να στραφεί εναντίον του. Ο Κωλέττης, που δεν έπαυε να θέλει τον χαμό του Ανδρούτσου, του έταξε να τον κάνει χιλίαρχο και να του δώσει την επαρχία της Λιβαδειάς αν σκότωνε τον Οδυσσέα. Και «ο πουλημένος και άρπαγος άνθρωπος», όπως τον λέει ο Μακρυγιάννης, δέχτηκε και θα έκανε από τότε το φοβερό έγκλημα, αν ο Μακρυγιάννης που δεν ήταν άτιμος, δεν κατόρθωνε να του αλλάξει γνώμη, στην Αγόριανη, όταν του είπε να λάβει κι αυτός μέρος στη συνωμοσία.
Τον Ιούνιο του 1822, το κάστρο της Αθήνας είχε καταληφθεί από τους Έλληνες που αποφάσισαν να το παραδώσουν στον Ανδρούτσο. Έτσι στις 27 Αυγούστου ο Οδυσσέας ακολοθούμενος από τριακόσια παλικάρια, τον Μακρυγιάννη, τον Γκούρα και άλλους, έφτασε στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι τον δέχτηκαν με χαρά και ανακούφιση.
Αμέσως εκείνος άρχισε εργασίες για να δυναμώσει την άμυνα επισκευάζοντας τις θέσεις για τα κανόνια και εφοδιάζοντας το κάστρο με μπαρουτόβολα και τροφές.
Ο πρόξενος της Αυστρίας Γκρόπιος (Gropius), που ήταν και αρχαιολόγος, βρήκε στα ριζά του κάστρου, στους Αγίους Αποστόλους, ένα πηγάδι, την αρχαία Κλεψύδρα. Άλλοι λένε ότι το ανακάλυψε ο νεροκράτης Λάμπρος Γιωργαντάς. Ο Οδυσσέας αμέσως έβαλε και καθάρισαν το πηγάδι γιατί το νερό είχε μεγάλη σημασία για την άμυνα του κάστρου. Η έλλειψη νερού ήταν η αιτία που ανάγκασε τους Τούρκους να παραδοθούν.
Το νερό αυτό ήταν γλυφό, αρκούσε όμως για δυόμισι χιλιάδες ψυχές.
Ένα σχόλιο λέει ότι το πρώτο όνομά της ήταν Εμπεδώ, «ονομάστηκε όμως Κλεψύδρα διά το ποτέ μη πλημμυρείν, ποτέ δε ενδείν».
Ο Ανδρούτσος, για να προστατέψει το νερό, έχτισε μια «ντάπια», προμαχώνα. Για το χτίσιμο του προμαχώνα και τα άλλα έργα επέβλεπε ο ίδιος κουβαλώντας ακόμα και πέτρες. Το χτίσιμο κράτησε αρκετά. Ο Οδυσσέας δάνεισε στους Αθηναίους για τα έξοδα 14.600 γρόσια. Κατά τον Μακρυγιάννη, χίλιους μαχμουτιέδες.
Όταν τελείωσε το σπουδαίο αυτό οχυρωματικό έργο, οι Αθηναίοι από ευγνωμοσύνη έστησαν στον προμαχώνα μια πλάκα που έγραφε τα εξής:
ΠΡΟΜΑΧΩΝΑ ΤΟΝΔΕ ΠΗΓΑΙΟΥ ΥΔΑΤΟΣ ΑΝΗΓΕΙΡΕ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΑΝΔΡΙΤΖΟΥ ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΕΤΕΙ ’ΑΩΚΒ’ ΚΑΤΑ ΜΗΝΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΝ.
Αργότερα ο Γκούρας πρόσταξε και χάραξαν τις λέξεις: ΣΥΝ ΤΩ ΓΕΝΝΑΙΩ ΓΚΟΥΡΑ.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1822 συντάχθηκαν οι πρόκριτοι Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος με πρόεδρο τον δεσπότη Αθηνών Διονύσιο και σε πρώτη τους πράξη κατήργησαν τον Άρειο Πάγο και ανέθεσαν στους εφόρους καθήκοντα μέχρι τη συγκρότηση Εθνικής Συνελεύσεως. Η δεύτερη πράξη ήταν να κηρύξει τον Οδυσσέα αρχιστράτηγο Ανατολικής Ελλάδος υπογράφοντας το δίπλωμα.
Στο διάστημα, όμως, αυτό η κατάσταση στη Ρούμελη άρχισε να γίνεται πολύ δύσκολη. Οι Τούρκοι πλημμύρισαν τον τόπο. Από παντού ζητούσαν βοήθεια. Έπρεπε να πάει ο ίδιος. Χρειαζόταν όμως πρώτα να ασφαλίσει το κάστρο. Από όλους διάλεξε τον Γκούρα «ως παλιό δικό του της εμπιστοσύνης», όπως λέει ο Κασομούλης.

Ασήμω η Νταλιάνα

Ο Οδυσσέας ήταν μεγαλόψυχος, είχε συγχωρήσει την προηγούμενη ενέργεια του Γκούρα και πίστευε πως έτσι θα τον έφερνε ακόμη πιο κοντά του. Γελάστηκε όμως, έβαζε ένα φίδι στον κόρφο του.
Με πρότασή του, οι έφοροι έκαναν τον Γκούρα φρούραρχο. Ο Γκούρας αποκτούσε δύναμη που ούτε καν την είχε φανταστεί.
Φτάνοντας ο Ανδρούτσος στη Ρούμελη, βρήκε την κατάσταση πολύ σοβαρή. Ο κόσμος είχε κιοτέψει. Πολλοί αρματωμένοι πέρασαν στην Κούλουρη.
Στις 30 Οκτωβρίου, ο Οδυσσέας έφτασε με μεγάλη βροχή έξω απ’ το Δαδί στο μοναστήρι της Παναγίας. Ο Σαρρής με τους δικούς του βρισκόταν μέσα στο Δαδί. Όταν φάνηκαν οι Τούρκοι, ο Οδυσσέας τον ειδοποίησε να πάει κοντά του. Αυτός νόμισε ότι θα αμυνθεί καλύτερα μέσα στα σπίτια και δεν τον άκουσε. Με την πρώτη επίθεση του ιππικού, οι άντρες του Σαρρή σκόρπισαν κι αυτός πιάστηκε αιχμάλωτος.
Στο ταμπούρι του Ανδρούτσου μέτρησαν 120 Τούρκους σκοτωμένους. Αλλά από δεξιά του ο Κοντογιάννης και ο Κομποταδίτης δεν άντεξαν και υποχώρησαν. Τότε κινδύνεψε να πιαστεί κι ο Ανδρούτσος, αλλά γλίτωσε χάρη στην εξυπνάδα και την ταχυποδία του.
Για να γλιτώσει τους ανθρώπους, επειδή ερχόταν χειμώνας, έπρεπε να δουλέψει η πονηριά. Έκανε λοιπόν μια ψεύτικη συμφωνία, «τα καπάκια», με τους Τούρκους οι οποίοι έφυγαν για τη Λαμία κι έτσι γλίτωσε ο τόπος. Ο Μακρυγιάννης γράφει: «με έναν τεσκερέ» (ψεύτικο χαρτί) λευτέρωσε τη Ρούμελη.
Οι εχθροί του, όμως, οι καλαμαράδες, άρχισαν καινούργια συκοφαντική εκστρατεία.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1823 στην Αθήνα έγινε ο γάμος του Γκούρα με την Ασήμω του Αναγνώστη Λιδωρίκη. Η Ασήμω ήταν μια νταρντανογυναίκα που την παρονόμαζαν «Νταλιάνα» από ένα τουφέκι, το νταλιάνι. Η Νταλιάνα άρχισε να φέρεται περιφρονητικά στις Ανδρούτσαινες, μάνα και γυναίκα, του Ανδρούτσου. Το μαθαίνει ο Οδυσσέας και για να μην τα χαλάσει με τον Γκούρα παίρνει τις γυναίκες στη «Μαύρη Τρύπα» στο Κωρύκειο άντρο του Παρνασσού, που το είχε οχυρωμένο.
Η Νταλιάνα, όμως, δεν ησύχασε κι άρχισε να κρυφοσταλάζει στην ψυχή του Γκούρα το μίσος κατά του αρχηγού του.
Στην Εύβοια τα πράγματα ήταν άσχημα με τους ακατάλληλους ανθρώπους που διόριζαν για αρχηγούς. Ο Κωλέττης διορίστηκε έπαρχος Ευβοίας και θέλησε να κάνει τον στρατηγό. Πήγε εκεί, αλλά με την πρώτη επίθεση των Τούρκων τα παράτησε κι έφυγε. Ακόμα στη Ρούμελη λένε: «Πάει ο Κωλέττης στρατιώτης» για κάθε άστοχη και αποτυχημένη ενέργεια.
Πηγαίνει ο Ανδρούτσος και μαντρώνει για δεύτερη φορά τον Ομέρ Πασά, στη Χαλκίδα. Τότε κατάλαβαν ότι δεν μπορεί ο καθένας να κάνει τον αρχηγό. Το 1824 βρίσκει αποκλεισμένη τη Χαλκίδα και η πείνα να θερίζει τους Τούρκους.
Η αδιαφορία όμως της Διοίκησης και η δολιότητα του Κωλέττη έφεραν αντίθετο αποτέλεσμα. Ο Ανδρούτσος ζητάει καράβια για τον αποκλεισμό. Τα ψαριανά που ήταν εκεί τα ζήτησαν να επιστρέψουν στα Ψαρά γιατί κατέβαινε τουρκικός στόλος. Δεν παίρνει όμως καμιά απάντηση. Έτσι η πολιορκία λύθηκε.
Ο Σπηλιάδης γράφει ξεκάθαρα: «Η Διοίκηση προτιμά να μείνει η Εύβοια στους Τούρκους...».
Ο Ανδρούτσος, μετά απ’ αυτό, κατεβαίνει στο Ναύπλιο να ζητήσει χρήματα, γιατί τρεις πασάδες κατηφορίζουν στη Ρούμελη. Δεν παίρνει όμως καμιά απάντηση. Ο Κωλέττης, όχι μόνο δεν τον ενισχύει, αλλά προσπαθεί να τον βγάλει από τη μέση. Τρεις δολοφονικές απόπειρες γίνονται εναντίον του στο Ναύπλιο.
Φεύγει τότε απογοητευμένος και γυρίζει στη Ρούμελη. Πάει στο στρατόπεδό του στην Αγόριανη. Εκεί ο ταμίας της Διοίκησης του δίνει 25.000 γρόσια για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Το μαθαίνει ο Κωλέττης και λέει στον Μελά ότι θα τα καταχωρίσει εις βάρος του. Ο Ανδρούτσος δεν καταδέχεται να πληρώσει ο άνθρωπος και του τα επιστρέφει.

Πονηρός ο Καράμπαμπας

Τώρα ο κατατρεγμός γίνεται πιο άγριος. Στέλνουν Σουλιώτες να τον αντικαταστήσουν. Απογοητευμένος ο Οδυσσέας ύστερα από αυτές τις ενέργειες και για να μη βάλει χέρι στ’ άρματα, αποφάσισε να τραβηχτεί στη σπηλιά του, τη Μαύρη Τρούπα, μέχρι ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Στον δρόμο όμως ένας μαντατοφόρος τον συναντάει και του δίνει ένα γράμμα του Καραϊσκάκη, που του έγραφε: «Εις τα σπήλαια πηγαίνουν οι αρκούδες και μένουν και ουχί το λιοντάρι, ο υιός του Ανδρούτσου»? και συνέχιζε: «το πρώτο τουφέκι δικό σου, το δεύτερο δικό μου».
Ο Καραϊσκάκης όμως άλλαξε γνώμη και πήγε κι αυτός με τα ρουμελιώτικα στρατεύματα να χτυπήσει τους αντεπαναστάτες...
Ο Ανδρούτσος, αψύς καθώς ήταν, όταν διάβασε το γράμμα, του άναψαν τα αίματα και θέλησε να χτυπήσει τους κυβερνητικούς.
Βάζει τότε σε ενέργεια ένα πονηρό σχέδιο να καταλάβει το κάστρο του Καράμπαμπα. Έρχεται σε συνεννόηση με τον Ομέρ πασά και του ζητάει να δεχτεί 300 δικούς του για ασφάλεια στο κάστρο. Με σκοπό μόλις βρουν ευκαιρία να σκοτώσουν τους φρουρούς και ν’ ανοίξουν τις πόρτες, ώστε να καταλάβει το κάστρο και να δείξει στους άθλιους που τον κατατρέχουν τι αξίζει. Ο Ομέρ πασάς, όμως, πονηρεύτηκε και δεν δέχτηκε την πρόταση. Αντί αυτού, όμως, έδωσε 400 ντελήδες (καβαλάρηδες) να συντροφεύουν τον Οδυσσέα κι έναν πανούργο μπέη να τον επιβλέπει.
Αυτές οι ενέργειες για να αντιμετωπίσει τους κυβερνητικούς δεν ικανοποιούν τον Οδυσσέα. Ετοιμάζεται να φύγει για τον Κάλαμο της Κεφαλονιάς που έχουν καταφύγει οι Νικηταράς, Ζαΐμης και Λόντος. Στέλνει κάποιον να ζητήσει άδεια, αλλά ο Άγγλος αρμοστής δεν το επιτρέπει.
Βρίσκεται πλέον και σε δύσκολη οικονομική θέση. Στις 13 Φεβρουαρίου έστειλε τον γραμματικό του Γεωργαντά στην Αθήνα να ζητήσει να του επιστρέψουν τα χρήματα που τους είχε δανείσει. Οι Αθηναίοι όμως αρνούνται και τον παραπέμπουν στη Διοίκηση. Κάνει τότε έναν αντιπερισπασμό για να τους φοβερίσει και φτάνει ως τον Κάλαμο. Οι Αθηναίοι τότε ζητούν προστασία από τη Διοίκηση.
Ο Κωλέττης, τον οποίο ο Ξένος δίκαια χαρακτηρίζει «ως την μεγαλυτέραν επιδημίαν, την μεγαλυτέραν πανώλην, τον μεγαλύτερον λοιμόν όστις ποτέ ενέσκηψε εις την Ελλάδα», βρήκε την ευκαιρία να εξοντώσει τον άνθρωπο που φθονούσε και εχθρευόταν ανείπωτα. Έτσι, εκμεταλλευόμενος την παθολογική φιλοχρηματία και μικροφιλοδοξία του ελαφρόμυαλου Γκούρα, τον διόρισε αρχιστράτηγο Ανατολικής Ελλάδος και τον πρόσταξε στις 20 Φεβρουαρίου να πάει να χτυπήσει τον Οδυσσέα.
Να τι γράφει ο Μακρυγιάννης: «Του γιόμωσε του Γκούρα ο Κωλέττης λίρες, του γιόμωσε το δισάκι απ’ αυτές και από τα λάφυρα του Νοταρά, του Σισίνη κι αλλονών, τον ίδιο και τον Κατζικοστάθη. Αφού τους έκανε αυτείνη την καλωσύνη ο Κωλέττης, τον πουλημένο άνθρωπο κι άρπαγο τον έκανε αρχηγό να πάγη εναντίον του Δυσσέως... έτζι πάει ο δυστυχής Δυσσέος. Ήρθε τούτες τις μέρες εδώ ο Γκούρας, γιόμωσε το δισάκι του λίρες, επικύρωσε και στην κυβέρνηση άλλες οχτακόσιες χιλιάδες γρόσια, ότι κάνει να λάβει από την κυβέρνηση...».
Η κυβέρνηση με τον Κωλέττη σκόρπιζε απλόχερα το δάνειο για την εξόντωση του Ανδρούτσου. Δεν τους ενδιέφερε ούτε ο Ιμπραήμ ούτε οι άλλοι Τούρκοι που κατέβαιναν στη Ρούμελη. Έτσι κυνήγησαν τον Βαρνακιώτη, τον Ίσκο, τον Τσόγκα και παρά λίγο να σκοτώσουν και τον Καραϊσκάκη. Μάλιστα ζήτησαν από τον Σουλτάνο αυτονομία (όπως προφανώς τους υπέδειξαν οι Άγγλοι), για να περιορίσουν τη φωτιά στον Μοριά. Και θα πει ο Υψηλάντης: «Ευτυχώς που τύφλωσε ο Θεός το σουλτάνο και δεν δέχτηκε να δώσει αυτονομία...»
Αν δεν είχε γίνει εκείνη η κατά λάθος ναυμαχία, δεν θα είχε ξεσκλαβωθεί ετούτος ο δόλιος τόπος με τόσες αθλιότητες και εγκλήματα. Παίρνοντας ο Γκούρας την εντολή και τα αργύρια του Ιούδα, ξεκίνησε να χτυπήσει τον ευεργέτη του, «τον κακό Οδυσσέα».
Ο Οδυσσέας, που δεν πίστευε ότι θα έστελναν εναντίον του τόση δύναμη, αλλά και δεν φανταζόταν ότι αρχηγός θα ήταν ο Γκούρας, το «παιδί του», όπως τον αποκαλούσε, αρχίζει τότε να υποχωρεί αφήνοντας οχυρές θέσεις γιατί δεν θέλει να χυθεί αίμα αδελφικό. Προσπαθεί να έρθει σε επαφή με τους διώκτες του, αλλά ο δολερός Γκούρας ισχυρίζεται ότι δεν του το επιτρέπει η κυβέρνηση. Επί 35 μέρες δεν έχει πέσει τουφεκιά. Ο Ανδρούτσος υποχωρώντας φτάνει στις Λιβανάτες, την πατρική γη. Είναι 29 Μαρτίου, η ιερότερη μέρα της χριστιανοσύνης, ημέρα Λαμπρής. Ο Οδυσσέας ξεθαρρεύει από το γεγονός αυτό και κάνει και πάλι προτάσεις για συνάντηση, έχοντας κατά νου την εξόντωση των Τούρκων που τον συνοδεύουν, αλλά και με τόση δύναμη που έχει συγκεντρωθεί εκεί να χτυπήσουν το κάστρο του Καράμπαμπα.

Το φιλί του Ιούδα

Ο ανίερος Γκούρας, όχι μόνο δεν δέχτηκε τη συνάντηση, αλλά διάλεξε και τη μέρα αυτή ν’ αρχίσει την επίθεση, μόλις έφτασαν δώδεκα καράβια για ν’ αποκλείσουν την από θάλασσα διαφυγή του Οδυσσέα (για την πολιορκία της Χαλκίδας δεν είχαν, τώρα βρέθηκαν μπόλικα). Η μάχη συνεχίζεται για αρκετές μέρες. Η θέση του Οδυσσέα όμως γίνεται δύσκολη. Έρχεται σε συνεννόηση με τον Κριεζώτη που του διαβίβασε την υπόσχεση του Γκούρα ότι θα του εξασφάλιζε αμνηστία. Ο Οδυσσέας ζητάει μόνο να σταματήσει ο κατατρεγμός και να τον αφήσουν να πάει στη σπηλιά του. Ο Κριεζώτης του το υπόσχεται εκ μέρους του Γκούρα, κι αυτός πίστεψε ότι το πρωτοπαλίκαρό του δεν θα ψεύτιζε...
Στις 7 Απριλίου παίρνει τους άντρες του τη νύχτα ξεγελώντας τους ντελήδες και φτάνει στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Σαν έφτασε εκεί, όλοι τον υποδέχτηκαν με ξεχωριστή χαρά και ιδιαίτερα ο δόλιος Γκούρας, που άνοιξε την αγκαλιά του και τον σταυροφίλησε. Του έδωσε το φιλί του Ιούδα του Ισκαριώτη.
Επειδή ο Οδυσσέας ήθελε να σιγουρευτεί για τους όρους της συμφωνίας, έβαλε τους καπεταναίους να ορκιστούν στο ευαγγέλιο της εκκλησίας του Προφήτη Ηλία στην Αταλάντη. Ο Γκούρας, μάλιστα, ορκίστηκε στο κεφάλι του να στρέξει η παραβίαση του όρκου!
Στο στρατόπεδο της Αταλάντης έμεινε ελεύθερος και όταν κατάλαβε ότι ο Γκούρας δεν είχε σκοπό να χτυπήσουν τους Τούρκους όπως του έλεγε, άφησε τους δικούς του να φύγουν γιατί δεν είχε να τους πληρώσει. Μετά ζήτησε την τήρηση της συμφωνίας να τον αφήσουν να πάει στη σπηλιά του. Ο Γκούρας δεν έφερε αντίρρηση, όχι γιατί είχε σκοπό να τηρήσει τη συμφωνία, αλλά γιατί μέσα στο αρρωστημένο μυαλό του είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Οδυσσέας είχε αμύθητους θησαυρούς τους οποίους ήθελε να αρπάξει. Γι’ αυτό του έδωσε δέκα δικούς του ανθρώπους συνοδεία για ασφάλεια τάχατες, αλλά με σκοπό να πατήσουν τη σπηλιά και να πάρουν τον θησαυρό.
Φτάνοντας στη σπηλιά, ξεσκεπάστηκαν οι σκοποί τους. Σύμφωνα με τις διαταγές του Γκούρα, δεν άφησαν τον Οδυσσέα ν’ ανέβει, αλλά ο επικεφαλής της συνοδείας Παπακώστας Τζαμάλας με μερικούς άλλους επιχείρησαν ν‘ ανέβουν και να καταλάβουν τη σπηλιά. Ο Άγγλος, όμως, Τρελώνυ, γαμπρός του Οδυσσέα από την ααδελφή του Ταρσίτσα, δεν τους άφησε και οι άνδρες της φρουράς άρπαξαν τα καριοφίλια και τους φοβέριζαν. Ο Τζαμάλας, αφού απέτυχε αυτή του η ενέργεια, γιατί η θέση της σπηλιάς ήταν τέτοια που δεν μπορούσε με τίποτε να την πατήσουν, εφάρμοσε τις άλλες διαταγές του Γκούρα: οδήγησε τον Οδυσσέα στο μοναστήρι του Δομπού, Άγιο Σεραφείμ, στον Ελικώνα. Ο Ανδρούτσος κατάλαβε πλέον ότι ο Γκούρας, ούτε λόγο είχε, ούτε όρκους κρατούσε. Το μόνο που λάτρευε και πίστευε ήταν το χρήμα.
Από το μοναστήρι οδήγησαν τον Οδυσσέα στην Ακρόπολη. Εκεί τον αλυσόδεσαν, του έβαλαν βαριές μπάλες στα πόδια και τον φυλάκισαν στα υγρά και ανήλιαγα υπόγεια του Γουλά. Ο Γουλάς ήταν ενετικός πύργος 26 μέτρων δυτικά από τον ναό της Απτέρου Ν . . . . . . . . . .